Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Η ιστορία της Πολυδρόσου

Για την ιστορία της Πολυδρόσου υπάρχουν λίγες πήγες, στις οποίες θα μπορούσαμε να στηριχθούμε, για να σκιαγραφήσουμε το παρελθόν της. Ίσως να μην διαδραμάτισε, από όσο μπορούμε να γνωρίζουμε, κορυφαίο ρόλο σε ιστορικά γεγονότα, ποτέ όμως δεν έμεινε αμέτοχη και ανεπηρέαστη.

Η εύφορη κοιλάδα του Βοιωτικού Κηφισού, αποτελούσε δίοδο προς την νότια Ελλάδα, για διάφορους επιδρομείς, ανά τους αιώνες. Έτσι λοιπόν οι κάτοικοι της υποχρεώθηκαν, να οργανώνουν την άμυνα τους, ώστε να μπορούν να επιβιώνουν στις δύσκολες περιόδους. Ένας τρόπος ζωής που διαμόρφωσε σε βάθος χρόνου μια κοινωνία αυτόνομη και διαφύλαξε τις πανάρχαιες παραδόσεις από γενιά σε γενιά. Θα δούμε, παρακάτω, ότι ο οικισμός μεταφέρθηκε αρκετές φορές, με κέντρο αναφοράς τις πηγές του Κηφισού, καταφέρνοντας να έχει, ένα εκπληκτικό βάθος χρόνου ύπαρξης.


Πολύδροσος άνωθεν



Εκτός από τις ιστορικές συγκυρίες, καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ζωής των κατοίκων έπαιξε, η μορφολογία του εδάφους καθώς και οι περιορισμένοι πλουτοπαραγωγικοί πόροι της περιοχής. Το τμήμα αυτό του Παρνασσού, χαρακτηρίζεται από ημιορεινά εδάφη, πλούσια σε δάση πεύκου και έλατου, που παρείχαν ξυλεία ως πρώτη ύλη, λιβάδια κατάλληλα για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, αλλά και κάλυψη σε περίπτωση εχθρικών επιθέσεων.
Ο κάμπος του Βοιωτικού Κηφισού, λειτούργησε διαχρονικά, ως σημαντικός οδικός άξονας και στρατηγικό πέρασμα για πολλούς επίδοξους κατακτητές, με αποτέλεσμα οι πολεμικές συγκρούσεις για τον έλεγχό του, να φτάνουν πολλές φορές τους κατοίκους στην εξαθλίωση.
Το νερό που υπάρχει άφθονο σε αυτή την πλευρά του Παρνασσού, αποτέλεσε έναν σημαντικό παράγοντα που καθόρισε διαχρονικά την ζωή. Στην αρχαιότητα θεοποιήθηκε, χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στην γεωργία, και αργότερα ως κινητήρια δύναμη, απαραίτητη για την ανάπτυξη βιοτεχνίας.
Η πρώτη οργανωμένη ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή, πιστοποιείται από την ύπαρξη νεολιθικού οικισμού κοντά στην σημερινή Ελάτεια, του οποίου η κεραμική φάση, χρονολογείται στην 6η π.Χ. χιλιετηρίδα. Μετά τους προϊστορικούς Πελασγούς και Αιολείς, για τους οποίους ακόμη γνωρίζουμε λίγα, την περιοχή κυρίευσαν Δωριείς. Το έθνος των Φωκέων που δημιουργήθηκε, αναπτύχθηκε γύρω από τον Παρνασσό και κυρίως στην πεδιάδα του Βοιωτικού Κηφισού, μέχρι το όρος Καλλίδρομος. Οφείλει κατά τον μύθο, την ονομασία του στον Φώκο, αρχηγό των Δωριέων Αιγινητών εποίκων.
Αναφορές που υπάρχουν στην Ιλιάδα, δείχνουν την ύπαρξη ισχυρών, αυτόνομων πόλεων κρατών την μυκηναϊκή περίοδο (περ. 1300 π.Χ.) στην περιοχή. Ο Όμηρος στη β΄ ραψωδία, παραθέτει τον “κατάλογο των νεών”, των πλοίων δηλαδή, που διέθεσαν οι Έλληνες στην εκστρατεία κατά της Τροίας. Εκεί, καταγράφει 9 Φωκικές πόλεις που με αφετηρία το λιμάνι της Κίρρας, εξέδραμαν με 40 πλοία και αρχηγούς τους Σχεδίο και Επίστροφο.


“Αυτάρ Φωκήων Σχεδίος και Επίστροφος ήρχον υιες Ιφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο…τοις δ΄ άμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νήες έποντο ” (Ιλιάδα, Β 517 – 8 και 524)

Ο Ίφιτος μυθικός ηγεμόνας των Φωκέων και πατέρας των αδελφών, είχε λάβει μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία. Ο Σχεδίος σκοτώθηκε στον Τρωικό Πόλεμο από τον `Εκτορα, κατά τη μάχη γύρω από το πτώμα του Πατρόκλου (Ιλιάδα, Ρ 306). Ο Παυσανίας γράφει γι’ αυτόν, ότι στη ζωγραφιά του Πολυγνώτου, στον Θησαυρό των Κνιδίων στους Δελφούς, απεικονιζόταν στεφανωμένος και κρατώντας μαχαίρι. Το όνομα του Επίστροφου στην σύγχρονη εποχή, το 1973, δόθηκε σε ένα αστεροειδή του Δία, με τον κωδικό 23382 Epistrophos (4536 T-2).
Ο Όμηρος στο έπος του, μεταξύ των μελών του Φωκικού σώματος μνημονεύει στην πόλη κράτος της Λίλαιας,

“οι τε Λίλαιαν έχον πηγής έπι Κηφισοίο” (Ιλιάδα, Β 523)
ενώ στον Ύμνο προς τον Πύθιο Απόλλωνα (241), ο ποιητής περιγράφει πως ο Κηφισός,

“Λιλαίηθεν προχέει καλλίροον ύδωρ”

Η δυνατότητα της να συμβάλλει οικονομικά και στρατιωτικά, όπως αναφέρουν τα Ομηρικά έπη, στο πανελλήνιο εγχείρημα της Τρωικής εκστρατείας, την κατατάσσουν στις ισχυρές για την εποχή, πόλεις - κράτη. Έμμεση σύνδεση της επίσης επιχειρείται και με το Δελφικό ιερό, αφού ο μύθος θέλει τον Κηφισό να τροφοδοτεί από κοινού τις κόρες του, Κασταλία στους Δελφούς και Λίλαια, με το ζωογόνο νερό του.
Η Λίλαια οφείλει το όνομά της στην ομώνυμη Ναϊάδα νύμφη, κόρη του θεοποιημένου Κηφισού, η οποία λατρευόταν ως θεότητα. Ως πρώτη τοποθεσία της Λίλαιας θεωρείται ο λόφος “Θεοτόκος”, που συμπίπτει με την σημερινή Κάτω Αγόριανη. Ο τρόπος δόμησης των τειχών που διασώζονται και ποικίλουν από κυκλώπεια έως τραπεζιόσχημα, υποδεικνύει διαφορετικές φάσεις και χρονολογικές περιόδους κατασκευής του έργου. Η πρώιμη τεχνική τους, μας οδηγεί στο να τοποθετούμε σε αυτή την περιοχή τον πρώτο οικισμό.


Πηγές Βοιωτικού Κηφισού ή πηγές “ Αγίας Ελεούσας ”



Πεντηκόντορος

Σημαντικό επίτευγμα των Φωκέων αποτελεί η ίδρυση αποικίας, τον 9ο αιώνα π.Χ., στα παράλια της Μικράς Ασίας, απέναντι από την Χίο. Η νέα πόλη ονομάστηκε Φώκαια και εξελίχθηκε σε μία από τις ισχυρότερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. Δημιούργησε έναν νέο τύπο πλοίου, την πεντηκόντορο, που της έδωσε την δυνατότητα να πραγματοποιήσει τα πρώτα μακρινά θαλάσσια ταξίδια και να ιδρύσει απομακρυσμένες Ελληνικές αποικίες. Γνωστότερη όλων είναι η σημερινή Μασσαλία, στην Γαλλία, που ιδρύθηκε το 600 π.Χ.
Το 595 π.Χ. ξέσπασε ο Α΄ Ιερός πόλεμος ανάμεσα, στην Δελφική Αμφικτιονία που ελεγχόταν από τους Θεσσαλούς και τους Φωκείς. Οι πόλεις κράτη των Φωκέων ηττήθηκαν και υποδουλώθηκαν. Το γεγονός αυτό έδρασε καταλυτικά, οδηγώντας τους στην συνειδητοποίηση των κοινών δεσμών και της εθνικής τους ταυτότητας. Η ιδέα της απελευθέρωσης ωρίμαζε σταδιακά, ώσπου το 510 π.Χ. νίκησαν τους Θεσσαλούς στην μάχη της Υάμπολης και επανέκτησαν την περιοχή τους. Αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών ήταν η δημιουργία της Φωκικής συμπολιτείας. Αιχμές της πολιτισμικής της εξέλιξης, αποτέλεσαν το Δελφικό ιερό από την μία πλευρά και η Ελάτεια, ως πρωτεύουσα της συμπολιτείας, από την άλλη. Όπως μας περιγράφει ο Στράβωνας,

“επιφανέσταται δύο πόλεις, Δελφοί τε και Ελάτεια” (9, 417)

Διοικητικό κέντρο ήταν το κτήριο της βουλής, ο “Φωκικός”, που τα ερείπια του τοποθετούνται ΝΑ της σημερινής Δαύλειας. Εκεί, κατά τον Παυσανία (περιηγητής και γεωγράφος του 2ου αι. μ.Χ.), συγκεντρώνονταν οι αντιπρόσωποι των Φωκικών πόλεων, για να εκλέξουν τους τρεις Φωκάρχες, να διευθετήσουν τις υποθέσεις τους και να κόψουν τα νομίσματά τους.


Η Φωκική συμπολιτεία το 490 π.Χ.


Νόμισμα της αρχαίας Λίλαιας


Ο ταύρος αποτελούσε ιερό σύμβολο για τους Φωκείς και θυσιαζόταν προς τιμή του ήρωα και προπάτορα Φώκου. Σε παραστάσεις νομισμάτων, που έχουν βρεθεί στην Άμφισσα, απεικονίζεται η νύμφη Λίλαια στην πρόσθια όψη και ένα βούκρανο (κεφαλή ταύρου) με την συλλαβή ΛΙ (ΛΙΛΑΙΕΩΝ) στην οπίσθια. Όπως αναφέρει στα κείμενά του ο Παυσανίας, τα νερά που ανάβλυζαν από την πηγή, ιδίως το μεσημέρι, ακούγονταν σαν μούγκρισμα ταύρου. Υποδεικνύεται έτσι, για άλλη μια φορά μέσω των εμβληματικών αναφορών η νοητή σύνδεση της πόλης, της πηγής και του Φωκικού κοινού.
Η μοίρα της πόλης, ακολούθησε την ιστορική πορεία της συμπολιτείας. Το 480 π.Χ. ο Ξέρξης μετά την νίκη του στις Θερμοπύλες ισοπεδώνει τις Φωκικές πόλεις. Αιτία αυτής της καταστροφής, το ότι ήταν από τις ελληνικές φυλές, μαζί με τους Οπούντιους Λοκρούς, τους Θεσπιείς και τους Πελοποννήσιους που δεν παραδόθηκαν στους Πέρσες και συμμετείχαν με αξιόλογο στράτευμα στην μάχη. Ο Ηρόδοτος αναφέρει:

“Πορευόμενοι γαρ ταύτη παρά τον Κηφισόν ποταμόν εδηίουν πάντα, και κατά μέν έκαυσον Δρυμόν πόλιν, κατά δε Χαράδραν και Έρωχον και Τεθρώνιον..” (VIII, 33)

Αυτή είναι και η πρώτη ιστορική καταγραφή του Ερώχου, αφού ο ιστορικός μιλάει για αυτό τον οικισμό και όχι για την Λίλαια. Σαν εξήγηση μπορεί να δοθεί, είτε ότι η Λίλαια είχε καταληφθεί από τους αντιπάλους Δωριείς της γειτονικής Τετράπολης, οι οποίοι είχαν μηδίσει ή το πιο πιθανό, ότι η παλαιά πόλη, κάποια χρονική στιγμή έπεσε σε παρακμή και ενσωματώθηκε στον γειτονικό Έρωχο. Οι Φωκείς, παρά την καταστροφή που υπέστησαν από τους Πέρσες, ανασυντάχθηκαν και συνέβαλλαν στην μάχη των Πλαταιών.
Ο Έρωχος τοπογραφικά, έχει ταυτιστεί με τον λόφο του Αγίου Βασιλείου, που βρίσκεται 1 χλμ. ΒΑ της πηγής του Κηφισού, πάνω από το νεκροταφείο της σημερινής Πολυδρόσου. Σήμερα, σώζεται η βάση της οχύρωσης που περιβάλλει ένα τετράγωνο κτίσμα και άνδηρα, όπου απλωνόταν η πόλη. Η ανάλυση του ονόματος του, έρως και χους (σε ελεύθερη απόδοση έρωτας για την γη), υποδηλώνει και τον χαρακτήρα των κατοίκων του. Άνθρωποι που η ειρηνική ενασχόλησή τους με την γη, τους ενέπνευσε, κάνοντάς μας μέσω της ιστορίας, κοινωνούς των όμορφων πολιτισμικών χαρακτηριστικών τους. Ενδεικτικό του τρόπου ζωής τους αποτελεί επίσης, το ότι μαζί με τους Οπουντίους Λοκρούς, ήταν οι μόνοι Έλληνες που δεν χρησιμοποιούσαν σκλάβους.


Ο λόφος του Αγίου Βασιλείου από την νότια πλευρά

Οι Αθηναίοι, για την στάση που κράτησαν οι Φωκείς απέναντι στους Πέρσες, τους παρέδωσαν το 457 π.Χ. τον έλεγχο του μαντείου των Δελφών. Έτσι η συμπολιτεία άρχισε να παίζει σημαίνοντα ρόλο στα γεγονότα της αρχαίας Ελλάδας. Όμως αυτό προκάλεσε την μήνη των αντιπάλων τους και τελικά το 346 π.Χ. και μετά από μια μακρά περίοδο εχθροπραξιών, την επέμβαση των Μακεδόνων του Φιλίππου Β΄ και τον Γ΄ Ιερό πόλεμο. Με την λήξη του ξεκίνησε η παρακμή. Οι Φωκείς βρέθηκαν ηττημένοι, παραδομένοι στους Μακεδόνες και με κατεστραμμένες τις άλλοτε ισχυρές πόλεις τους, ανάμεσα σε αυτές και του Ερώχου. Ο Δημοσθένης που επισκέφθηκε την περιοχή το 343 π.Χ., περιγράφει ότι η κατάσταση ήταν τραγική, αφού ο λαός που είχε εκδιωχθεί από τις πόλεις του, υπέφερε κάτω από την πίεση των δυνάμεων κατοχής


Τα τείχη και η ακρόπολη της Λίλαιας στην θέση Παλαιόκαστρο

Μετά την καταστροφή του 346 π.Χ., ακολούθησαν τα χρόνια του “συνοικισμού” και της σταδιακής ανοικοδόμησης των Φωκικών πόλεων. Με τα μάτια του Παυσανία, ξανασυναντάμε την πόλη της Λίλαιας σε νέα τοποθεσία, 2 χλμ. δυτικά της πηγής και στην ανατολική πλευρά του υψώματος “Πύργος” ή “Παλαιόκαστρο”.

“Στη Λίλαια υπάρχει θέατρο, αγορά και λουτρά, καθώς και ένα ιερό του Απόλλωνα και ένα της Άρτεμης με αγάλματα όρθια, Αττικής εργασίας, από μάρμαρο Πεντέλης..” (Παυσανία, Φωκικά)
μας περιγράφει. Σήμερα από την πόλη μπορούμε να διακρίνουμε τα δυτικά τείχη της που περιλαμβάνουν ορθογώνιους πύργους καθώς και τμήμα της ακρόπολης.


Πύργος των τειχών της Λίλαιας

Το 290 π.Χ. η Αιτωλική συμπολιτεία προσαρτά το ιερό των Δελφών και τα εδάφη των Φωκέων, αναγκάζοντας τους σε συμμαχία. Η νέα συμμαχία αντιμετώπισε από κοινού το 279 π.Χ., στους Δελφούς, την μεγάλη γαλατική επιδρομή. Με αρχηγό τον Βρέννο, 300 χιλιάδες Κέλτες, στην κάθοδό τους διαμέσου της ηπειρωτικής Ελλάδας, έβαλαν ως στόχο τον θησαυρό του Δελφικού Μαντείου. Η σφοδρή σύγκρουση, στην οποία συμμετείχαν και οι Λιλαιείς, ανέδειξε νικητές τους Έλληνες και άφησε τον Κέλτη αρχηγό βαριά τραυματισμένο, να ψυχορραγεί σε μια άκρη του Παρνασσού που σήμερα ονομάζεται “Βρένια”. Αυτό το γεγονός, αποτέλεσε και την τελευταία αναλαμπή στην στρατιωτική ιστορία της Φωκικής συμπολιτείας.


“Τους κατοίκους της Λίλαιας και μετά τον επανοικισμό της πόλης τους ήταν γραφτό να τους βρει δεύτερο ατύχημα από τους Μακεδόνες. Είχαν πολιορκηθεί από τον Φίλιππο γιο του Δημητρίου και αναγκάστηκαν να παραδοθούν με συμφωνία. Εγκαταστάθηκε στην πόλη τους φρουρά μέχρις ότου ένας ντόπιος ονομαζόμενος Πάτρων μάζεψε τους κατοίκους που ήταν σε στρατεύσιμη ηλικία, νίκησε σε μάχη τους Μακεδόνες και τους ανάγκασε να φύγουν. Οι Λιλαιείς για την υπηρεσία του αυτή ανάθεσαν στους Δελφούς ανδριάντα του”.    (Παυσανία, Φωκικά)

Η Λίλαια πολιορκήθηκε από τον Φίλιππο τον Ε΄ (238 – 179 π.Χ.). Το 220 π.Χ. ο Μακεδόνας βασιλιάς κηρύττει τον πόλεμο ενάντια στην Αιτωλική Συμπολιτεία, γνωστό ως Συμμαχικό Πόλεμο, που τελειώνει το 217 π.Χ. Ο Φίλιππος, ως ιστορική προσωπικότητα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις της εποχής του, αφού κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο ελληνικός κόσμος έγινε μάρτυρας της ανόδου της Ρώμης.


Νόμισμα Τίτου Φλαμίνινου

Η Αθήνα στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει την Μακεδονική απειλή, συμμαχεί με τον Άτταλο τον Α΄ βασιλέα της Περγάμου. Παράλληλα ζητά βοήθεια από τη νέα υπερδύναμη, τους Ρωμαίους. Η Σύγκλητος αποφασίζει να αναμειχθεί, αποστέλλοντας δύο τελεσίγραφα (200 και 198 π.Χ.) και εμφανιζόμενη ως προστάτιδα δύναμη της Αθηναϊκής συμμαχίας. Οι επιχειρήσεις του ρωμαϊκού στρατού το φθινόπωρο του 200 π.Χ., ξεκινούν τον Δεύτερο Μακεδονικό Πόλεμο. Οι Λιλαιείς εκμεταλλευόμενοι την συγκυρία, προσχώρησαν στην συμμαχία, στασίασαν με αρχηγό τον Πάτρωνα και κατεδίωξαν την Μακεδονική φρουρά. Το βάθρο του ανδριάντα του υπάρχει σήμερα στους Δελφούς, με επίγραμμα

“στάσε Λίλα[αια Πάτρ]ωνα, αντιδιδο[ύσα θεώι]”
Λίλαια στάσου απέναντι στον Πάτρωνα ανταποδίδοντας του τιμές θεού.

Στην Πέργαμο επίσης, υπάρχει επιγραφή που στάλθηκε από τους Λιλαιείς προς τους συμμάχους τους και αναγράφει “ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ ΚΑΙ ΑΓΕΜΟΝΕΣ”, αποδίδοντας τιμές για την βοήθεια που τους παρείχαν. Τον Ιούνιο του 197 π.Χ., οι αντιμαχόμενοι στρατοί, ο Μακεδονικός και ο Ρωμαϊκός συναντήθηκαν στις Κυνός Κεφαλαί της Θεσσαλίας. Ο Φίλιππος συνετρίβη από τον Τίτο Φλαμίνινο (Titus Quinctius Flamininus) και βάση των όρων της ειρήνης που συμφωνήθηκε, η Μακεδονία έχασε όλες τις κτίσεις της, εγκαινιάζοντας την μετάβαση στην Ρωμαϊκή εποχή.

“Γη δε διακεκριμένη αρίστη της Φωκίδος εστίν ή παρά τον Κηφισόν και φυτεύσαι και σπείρειν και ανείναι νομάς”    (Παυσανία, Φωκικά 33, 7)

Στις πηγές που έδιναν ζωή σε αυτόν τον εύφορο κάμπο, οι Λιλαιείς λάτρευαν τον Κηφισό. Η τοποθεσία σήμερα ονομάζεται “Αγία Ελεούσα” λόγω του παρακείμενου βυζαντινού ναού. Δεν έχει χάσει όμως τίποτα, από την μαγεία και τον μυστικισμό που συνεχίζει να αποπνέει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Υπάρχουν διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη ενός κρηναίου οικοδομήματος, η αρχαία πλακόστρωτη δεξαμενή, λαξευμένα καθίσματα και βάθρα αγαλμάτων καθώς και ο αναληματικός τοίχος που στήριζε αρχικά τον αρχαίο ναό του Κηφισού και μεταγενέστερα την παλαιοχριστιανική βασιλική του Αγίου Χριστοφόρου.
Τα αρχαία κείμενα, οι δοξασίες, τα δομικά υπολείμματα αλλά και η τοποθεσία, από την οποία διέρχεται το αρχαίο μονοπάτι προς το Δελφικό Ιερό, συνάδουν στην άποψη ότι η περιοχή της πηγής, κατέχει εξέχουσα θέση ως λατρευτικός χώρος.
Λαϊκοί θρύλοι υποστηρίζουν την ύπαρξη καθαρτηρίου, που λειτουργούσε υποδεχόμενο τους επισκέπτες των βόρειων ελληνικών περιοχών που αναζητούσαν την χρησμοδότηση του Μαντείου. Η θέση με το τοπωνύμιο “Αη Καθάρα”, πλησίον της πηγής, με μια συνειρμική επεξήγηση του ονόματος της, Καθάρα – Καθάρια – Καθαρή – Καθαρτήριο και σε σχέση με το θυσιαστήριο που υπάρχει σε κοντινή απόσταση, ίσως δίνει μια δόση αλήθειας στον μύθο.
Η διαδικασία της κάθαρσης, με βασικά συστατικά το νερό και το αίμα των θυσιαζόμενων ζώων, αποτελούσε μέρος μυστικιστικών τελετών που σχετίζονταν με την λατρεία της θεάς Δήμητρας. Γνωστά, σε πανελλήνιο επίπεδο, ήταν τα Ελευσίνια μυστήρια. Σε όλο τον Ελλαδικό χώρο όμως, τελούνταν ανάλογες τοπικές τελετές. Ο χθόνιος και γονιμικός χαρακτήρας της θεάς Δήμητρας, ήταν κατάλοιπο της προελληνικής Πελασγικής λατρείας της Γαίας και ήταν συνδεδεμένος με την αγροτική διαδικασία.


Βάθρα αγαλμάτων και δομικά μέρη


Το παιδί με την χήνα

Σήμερα από τα αρχαία οικοδομήματα υπάρχουν ελάχιστα δομικά μέρη, αφού το υλικό τους χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των πρώιμων βυζαντινών ναών. Ανάμεσα στα ευρήματα που κατά καιρούς ήρθαν στο φως, είναι το μοναδικού ύφους γλυπτό που βρέθηκε εκεί το 1908. Πρόκειται για ένα εράσμιο έργο του 3ου αιώνα π.Χ., που εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (αρ. 2772) και είναι γνωστό ως “το παιδί με την χήνα”. Εικάζεται ότι φιλοτεχνήθηκε σε αθηναϊκό εργαστήριο, από τον γιο του Πραξιτέλη, Κηφισόδοτο και είναι κατασκευασμένο από πεντελικό μάρμαρο. Το γλαφυρό σχόλιο μιας επισκέπτριας, που παρατηρεί ότι εξακολουθεί να ειρωνεύεται με το παιδικό του χαμόγελο, ακόμη και μετά από 2500 χρόνια, αναδεικνύει την ποιότητα της τεχνικής και την εκφραστικότητα του. Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να αφιερώνουν τα μικρά παιδιά τους σε ποτάμιες θεότητες. Γεγονός που αναφέρει και ο Όμηρος για τον Αχιλλέα, ότι δηλαδή ήταν ταμένος στον Σπερχειό (Ιλιάδα, Ψ 141). Η ανακάλυψη της επιγραφής,

“Ξενοφάνης, Ξενοδώρα, Ανδρίσκον Καφισώ”

μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το γλυπτό ήταν ανάθημα στον θεό Κηφισό. 
Χαρακτηριστικό της ευρύτερης περιοχής, είναι η διαχρονική παρουσία πόλεων με ισχυρή οχύρωση, αλλά και η έλλειψη σημαντικών μνημείων ή ναών. Αυτό προδίδει τα ολέθρια, για την ζωή των κατοίκων, αποτελέσματα των συνεχών πολέμων και λεηλασιών. Από τα λίγα, αλλά σημαντικά λόγω της σπανιότητας τους οικοδομήματα, είναι το ιερό τέμενος της Δήμητρας. Βρίσκεται στην πλαγιά της “μεγάλης ράχης” και στη βόρεια έξοδο της Πολυδρόσου.


Σχέδιο του ιερού της Δήμητρας όπου διακρίνονται τα ανεσκαμένα μέρη

Η περίοδος λειτουργίας του ξεκινάει από τους αρχαϊκούς έως και τους ελληνιστικούς χρόνους. Το οικοδόμημα που είναι μερικώς ανασκαμμένο σήμερα, ήταν μία κλειστή τετράγωνη ή ορθογώνια κατασκευή.
Περιελάμβανε εξωτερικό τετράγωνο περίβολο με δωμάτια, που έβλεπε εσωτερικά σε άλλον περίβολο. Εικάζεται ότι εκεί υπήρχε ναΐσκος ή βωμός, στον οποίο οδηγούσε πρόπυλο με κλίμακα. Η δυτική πλευρά του εξωτερικού περιβόλου, που έχει αποκαλυφθεί, έχει μήκος 74,20 μέτρα. Τη λατρεία της θεάς ασκούσαν γυναίκες και πρέπει να περιελάμβανε και μυστικές τελετές. Η ανακάλυψη του τεμένους έγινε τυχαία, μετά την εύρεση αναθηματικής πλάκας με την επιγραφή

“ΜΝΑΣΙΚΛΕΣ ΔΑΜΑΤΡΙ Κ[ΑΙ ΚΟΡ]ΑΙ”

Μερική ανασκαφή του χώρου πραγματοποιήθηκε από το 1928 έως το 1934, από τον τότε έφορο Θηβών και μετέπειτα διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας, Χρ. Καρούζο, ο οποίος καταγόταν από την Πολύδροσο. Περίληψη των ευρημάτων της ημιτελούς ανασκαφής και το σχέδιό της με αριθμό 451 του 1936 που είχαν γίνει από τον Ιωάννη Τραυλό, δημοσιεύτηκαν από τον Β. Πετράκο στο Αρχαιολογικό Δελτίο του 1972. Ανάμεσα στα ευρήματα ήταν ένα χάλκινο αγγείο, με την υστεροαρχαϊκή επιγραφή

“ΔΑΜΑΤΡΙ ΕΝ ΕΡΟΧ[ΟΙ”

που πιστοποιεί ότι το ιερό ανήκε στον Έρωχο, πήλινα ειδώλια με παραστάσεις γυναικών, ζώων και θεοτήτων, πόρπες, σκουλαρίκια χάλκινα και ασημένια και λύχνοι.


Η κλίμακα του ιερού της Δήμητρας που οδηγούσε στον εσωτερικό ναΐσκο

Στην αρχαιολογική συλλογή του μουσείου Άμφισσας, παρουσιάζονται σπάνια προκερματικά χρήματα (τάλαντα), με την μορφή κρίκων, που ανακαλύφθηκαν στο τέμενος της Δήμητρας και χρονολογούνται τον 8ο αι. π.Χ., σιδερένια καρφιά και βίδα της ίδιας περιόδου. Από τον Έρωχο, εκτίθενται δύο μελανόμορφοι κύλικες του 6ου αι. π.Χ. Ο πρώτος αναπαριστά μαινάδα και ο δεύτερος πολεμική σκηνή. Από την Λίλαια, ιδιαίτερη θέση κατέχει ένα χάλκινο περίαπτο (κόσμημα λαιμού) με πτηνόμορφες λεπτομέρειες, του 8ου αι. π.Χ. και ένα μαρμάρινο ανάθημα με την μορφή κοριτσιού, προσφορά στον ποτάμιο θεό, του 3ου αι. π.Χ.

Το 146 π.Χ. και με την εγκαθίδρυση της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, αλλάζει όλος ο τρόπος ζωής των Ελλήνων. Οι Ρωμαίοι θέλουν όλες οι επαρχίες να λειτουργούν σύμφωνα με το Ρωμαϊκό Κοινωνικό Σύστημα. Η επιρροή αυτού του πολιτισμού, που αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους στην αρχαιότητα, δεν κατάφερε να αγγίξει τις αξίες, την πνευματικότητα και το ηθικό των Ελλήνων. Χαρακτηριστικά που σε συνδυασμό με τα εκπληκτικά επιτεύγματα των προηγούμενων χρόνων, δημιούργησαν ένα νέο καλλιτεχνικό, πνευματικό και θρησκευτικό φαινόμενο το οποίο ονομάστηκε Ελληνορωμαϊκός Πολιτισμός.
Από το 30 π.Χ. ως και το 324 μ.Χ. η Ελλάδα θα βιώσει μια σχετικά έντονη περίοδο, κατά την οποία συχνά θα περνάει διάφορες κρίσεις, αλλά θα συμβούν και κορυφαία γεγονότα. Ανώτερο όλων η διάδοση του Χριστιανισμού. Όταν ο Απόστολος Παύλος θα μεταβεί στην Αθήνα το 50 περίπου μ.Χ., θα βρει τους κατοίκους σε έντονη θρησκευτική κρίση. Ο Χριστιανισμός θα φτάσει στην Ελλάδα και από τότε μέχρι και σήμερα θα αποτελεί την επίσημη θρησκεία των Ελλήνων.
Ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, βασιλιάς μιας νέας αυτοκρατορίας που θα κυριαρχήσει στην Μεσόγειο τα επόμενα 1000 χρόνια, θα καταφέρει να πάρει τον θρόνο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 324 μ.Χ. Η κίνηση αυτή θα αποτελέσει κορυφαίο γεγονός και μαζί με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης τον ίδιο χρόνο, θα σημάνει η έναρξη μιας νέας εποχής που θα αναδείξει για άλλη μια φορά την μοναδικότητα του Ελληνικού Πολιτισμού. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θα γίνει Βυζαντινή και θα καταφέρει να εξελληνιστεί τόσο γλωσσικά όσο και πολιτιστικά, με αποτέλεσμα ο Βυζαντινός Πολιτισμός να αναδειχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της Ιστορίας της Ελλάδας.
Ο καθηγητής Χρ. Ενισλείδης στην εργασία του με τίτλο “Η Αμφίκλεια κατά τους αρχαίους χρόνους” (1938) αναφέρει :

“...οι χρόνοι από του Μ. Κωνσταντίνου (4ος αι. μ.Χ.) μέχρι το 1200, είναι χρόνοι συνεχών επιδρομών εις την Ελλάδα...Πρώτοι επιδρομείς ήσαν οι Γότθοι. Από το 250 μ.Χ. έως το 400 μ.Χ. λεηλατούν κατά καιρούς την Ελλάδα...Το έτος 395, με επί κεφαλής τον βασιλέα τους Αλάριχον, συν γυναιξί και τέκνοις πλημμυρίζουν την κοιλάδα του Κηφισού”

Ο Αλάριχος Α', γνωστός και ως Μέγας (370-410 μ.Χ.), υπήρξε βασιλιάς των Βησιγότθων και ο πρώτος ηγέτης γερμανικού φύλου που κατέκτησε την Ρώμη. Γεννήθηκε όταν η φυλή του ήταν εγκατεστημένη στην σημερινή Βουλγαρία. To 395 μ.Χ. ανέλαβε ηγέτης των Βησιγότθων και ξεκίνησε σειρά λεηλασιών κατά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Βαλκανική χερσόνησο, φτάνοντας νότια ως και την Πελοπόννησο.

“Τα στενά των Θερμοπυλών τότε και πάλι γίνονται το θέατρον μεγάλων μαχών και σφοδρών επιθέσεων. Δια τούτο και οχυρώνονται με νέα τείχη από τους αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως και μάλιστα από τον Ιουστινιανόν. Τώρα όμως ο δρόμος προς την Βοιωτίαν δεν διέρχεται πλέον από την Ελάτειαν. Οι επιδρομείς προτιμούν την συντομοτέραν δια της Μενδενίτσης. Δια τούτο όλη η κοιλάς των πηγών του Κηφισού οχυρώνεται επιμελέστερον...Νέα φρούρια κτίζονται και νέα οχυρά κατασκευάζονται. Ίσως εις την εποχήν αυτήν ανήκει ο πύργος της Αμφίκλειας και οι πύργοι της Λίλαιας, της Τιθορέας και λοιπών οχυρών σημείων...”

Οι συνεχόμενες επιδρομές διάφορων βαρβαρικών φυλών, ώθησαν τον Ιουστινιανό τον 5ο αιώνα μ.Χ., στην κατάρτιση ενός προγράμματος που προέβλεπε την οχύρωση στρατηγικών σημείων στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ανάμεσα στις θέσεις που επιλέχθηκαν ήταν και η Λίλαια, στην οποία ανακατασκευάστηκαν τα τείχη και η ακρόπολη της, καθώς και η ευρύτερη περιοχή, που μικρότερα έργα συμπλήρωναν την άμυνα.
Παράλληλα, με μια αποφασιστική κίνηση εγκαθίδρυσης της χριστιανικής θρησκείας, τα δωδεκαθεϊστικά κέντρα που συνέχιζαν να υπάρχουν, μετά το διάταγμα κατάργησής τους από τον Μεγάλο Θεοδόσιο το 393 μ.Χ., αποφασίζεται να αναμορφωθούν στα χριστιανικά πρότυπα. Η βούληση του Ιουστινιανού, χαρίζει από την μια εξαίρετα δείγματα χριστιανικών ναών, από τη άλλη καταστρέφει τα πολύτιμα αρχαιοελληνικά έργα.



Οι βυζαντινοί ναοί του Αγίου Ιωάννη και του Αγίου Χριστοφόρου

Τέσσερα οικοδομήματα εκείνης της ιστορικής περιόδου προσελκύουν την προσοχή. Το πρώτο είναι τα ερείπια της πρωτοβυζαντινής βασιλικής του Αγίου Χριστόφορου, κτισμένης πάνω από την πηγή του Βοιωτικού Κηφισού, στην θέση του αρχαιοελληνικού ναού, η μικρή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη στον δρόμο προς τον λόφο του Αγίου Βασιλείου, τα ερείπια του Βυζαντινού ναού της Παναγίας της Μαυρομαντήλας, που βρίσκεται 100 περίπου μέτρα ανατολικά της πηγής και ο πύργος στην χαράδρα “Ξηριάς” των Μανταμιών.


Αναστάσιος Ορλάνδος

Την εκκλησία της Παναγιάς Μαυρομαντήλας επισήμανε και χαρτογράφησε ο Αναστάσιος Ορλάνδος, διευθυντής αναστηλώσεως αρχαίων και ιστορικών μνημείων της Ελλάδας (1920 – 1958), καθηγητής αρχιτεκτονικής και βυζαντινής αρχαιολογίας και ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Με πρωτοβουλία του, ο ναός ανασκάφηκε πρόχειρα και καθαρίστηκε τον Μάιο του 1965 από την Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεων. Η Χαρίκλεια Μπάρλα, μαθήτρια του Ορλάνδου, θέλοντας να τιμήσει τον δάσκαλό της, εκπόνησε την μελέτη του ναού, η οποία δημοσιεύτηκε το 1967 με τίτλο “Χαριστήριον εις Α. Κ. Ορλάνδον – Ο Βυζαντινός Ναός της Σουβάλας”.


Η βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας Μαυρομαντήλας ή Αγίας Ελεούσας

Για την ονομασία της εκκλησίας, ο Σουβαλιώτης λόγιος Αντ. Αντωνίου παραπέμπει στον λαϊκό θρύλο που την περιβάλει, τον οποίο καταγράφει στο Εθνικόν Ημερολόγιον του Κων. Σκόκου το 1908 (σελ. 300)

¨Εις παλαιοτέραν εποχήν, καθ΄ ήν η πόλις εστερείτο ύδατος και ναών, δύο νέοι ανδρειωμένοι ηράσθησαν εμμανώς κόρης τινός Ελεούσης ονόματι. Αύτη αμφιρρέπουσα ποίον να προτιμήσει έθηκεν ως όρον, είς μέν τον ένα να διατρήση τον βράχον μέχρις αναβλύσεως αφθόνου διά την πόλιν ύδατος είς τον έτερον δε την ίδρυσιν ναού καλλιμαρμάρου της Παναγίας.
Ο πρώτος δε όστις περατώσει το αναληφθέν έργον θα την ενυμφεύετο. Παρήρχοντο μήνες και χρόνοι και τα δύο ανδρειωμένα παλληκάρια ειργάζοντο ακούραστα. Τέλος, μίαν ημέραν, αναπήδησε μετά βοής από τα στέρνα του βράχου ύδωρ και ο νέος περιχαρής ώρμησε να ριφθεί είς τάς αγκάλας της επιδίκου νύμφης. Ταυτοχρόνως όμως, κατά πεπρωμένην ανεξιχνίαστον σύμπτωσιν ορμά και ο άλλος εκ του ετέρου μέρους, αφού ήδη έθεσε και τον τελευταίον λίθον επί του ωραίου ναού ! Έν τη θυελλώδει δε φιλονικεία πέρι του τις επεράτωσε πρώτος το εαυτού έργον, συμπλέκονται και εβρίσκουν αμοιβαίως τον θάνατον ύπο τα όμματα της καταπλήκτου κόρης. Έκτοτε η μέν πηγή ονομάζεται Αγία Ελεούσα, ο δε ναός φέρει το όνομα της Μαυρομαντήλας ως εκ του πένθους της κόρης¨


Είσοδος του ναού

Στην μελέτη της η Χ. Μπάρλα, παρουσιάζει εκτενώς το οικοδόμημα και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του όπως, η κάτοψη, η τοιχοποιία, τα γλυπτά διακοσμητικά στοιχεία, τα λαξευτά θυρώματα και υπέρθυρα. Από την σύγκρισή τους με ανάλογα δημιουργήματα της περιόδου, εξάρει την καλλιτεχνική τους ανωτερότητα. Επισημαίνει το ύφος που παραπέμπει στην κλασική λιτότητα και σε μία σπάνια, θεολογικής φιλοσοφίας, ατμοσφαιρικότητα που διακρίνει την αισθητική του.


Αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες



Το εσωτερικό με διάσπαρτα δομικά μέλη

Η ορθογώνια επιφάνειά του, έχει εξωτερικές διαστάσεις 19.95 x 10.40 μέτρα και κατατάσσεται στον ελλαδικού τύπου σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό. Για την ανέγερσή του, που προσδιορίζεται από το 550 έως το 600 μ.Χ., χρησιμοποιήθηκε αρχαίο δομικό υλικό, επειδή υπήρχε άφθονο στην περιοχή από τους αρχαιοελληνικούς ναούς. Μια πρακτική που ακολουθήθηκε κατά κόρον στην βυζαντινή περίοδο. Από το δάπεδο του ναού, που ήταν πλακόστρωτο, βρέθηκαν ελάχιστα τμήματα. Καταστράφηκε από λαθρανασκαφείς οι οποίοι, βασιζόμενοι σε θρύλο που ακουγόταν μέχρι πρόσφατα, θεωρούσαν ότι εκεί υπήρχε θαμμένη η χρυσή άμαξα του Ηνίοχου των Δελφών.
Η “Μαυρομαντήλα” παρουσιάζει αρχιτεκτονικές ομοιότητες με την αρμενική μητρόπολη του Dvin, η οποία θεμελιώθηκε το 606 – 607 μ.Χ., υποδηλώνοντας την ανατολική καταγωγή των τεχνιτών που εργάστηκαν για την κατασκευή της. Χαρακτηρίζεται ως ποιοτικά εφάμιλλη με την εκκλησία της Κοιμήσεως Θεοτόκου ή “Σκριπούς”, όπως είναι γνωστή, στον Ορχομενό Βοιωτίας.
Το σημαντικό θρησκευτικό μνημείο της “Σκριπούς” χρονολογημένο το 873 μ.Χ., θεωρείται από ιστορικούς της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, ως το αρχαιότερο δείγμα του ανατολικού αρχιτεκτονικού τύπου εγγεγραμμένης σταυροειδούς εκκλησίας στον ελληνικό χώρο. Τύπος που θα επικρατούσε στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική από τον 10ο αιώνα μ.Χ. Την ιστορική αξία της “Μαυρομαντήλας”, μπορούμε να διαπιστώσουμε αν αναλογιστούμε, ότι θεμελιώθηκε 200 χρόνια περίπου πριν την “Σκριπού”. Σήμερα η Παναγία η Μαυρομαντήλα, είναι στην κατάσταση που αφέθηκε το 1965. Η Χ. Μπάρλα στον επίλογο της μελέτης της τελειώνει :

“Παρουσιάζοντας το ωραίον τούτο μνημείον της Φωκίδος, διατυπούμεν την θερμήν ευχήν και συγχρόνως τονίζομεν την ανάγκην να αναστηλωθή και συντηρηθή το αξιόλογον τούτο μνημείον όσον το δυνατόν ταχύτερον”


Ο πύργος - φρυκτωρία στα Μαντάμια

Ο “Πύργος των Μανταμιών” βρίσκεται σε οχυρό σημείο, επάνω σε απόκρημνο βράχο του χειμάρου “Ξηριάς”, που διασχίζει την περιοχή “Μαντάμια”. Το ύψους 10 μέτρων κτίσμα χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς. Ο Χρ. Ενισλείδης, που μέρος της εργασίας του με τίτλο “Βαλκάνια, Μεσαιωνικές Οχυρώσεις”, δημοσιεύθηκε το 2000 από την εφημερίδα “Καθημερινή”, γράφει σχετικά με τις οχυρώσεις της περιοχής :

“...οι βίγλες αυτές τις Φωκίδος υπήρχον και προ της εποχής αύτης επί Ρωμαίων και παλαιότερον. Διότι ο ιστορικός Πολύβιος εις την Ιστορία του λέγει προκειμένου περί του Φιλίππου του Ε` βασιλέως της Μακεδονίας, 200 π.Χ. ότι κατάτον πόλεμον τούτου προς τους Ρωμαίους, ούτος διέταξεν τους Φωκείς να τον καθιστώσιν ενήμερον των κινήσεων του εχθρού δια των πυρσών, τους οποίους έπρεπε να ανάβουν ιδίως την νύχτα εις ορισμένους τόπους, τας πυρσείας, όπως ελέγοντο τότε οι βίγλες. Εγένετο δε η συνεννόησις δια ορισμένων συνθημάτων. Αι πυρσείαι αύται παλαιότερον ελέγοντο φρυκτώρια, διότι έδιδον σήματα την ημέραν με καπνόν και την νύκταν με την λάμψιν των φανών ή πυρσών, τους οποίους κατασκεύαζαν κυρίως από δαδί. Τα σήματα δε εξέπεμπε ειδική φρουρά η οποία έμενε μονίμως εις τα φρυκτωρία, οι φρυκτωροί ή βιγλάτορες των Βυζαντινών...”

Το 1204 κατά την διάρκεια των Σταυροφοριών οι Φράγκοι με τον Βονιφάτιο εισήλθαν στην κοιλάδα, έφθασαν στην Γραβιά και

“...ίδρυσαν ή επισκεύασαν τους πύργους της Δρυμαίας, της Λίλαιας, της Βελίτσας...”

Η ύπαρξη της Λίλαιας την μεσαιωνική περίοδο, επιβεβαιώνεται από αναφορά της σε έργο του Στεφ. Βυζαντίου τον 5ο αιώνα μ.Χ., τα μνημεία των χρόνων ακμής επί Ιουστινιανού, την ανεύρεση νομισμάτων του Βασιλείου του Α΄ (τέλη 8ου αιώνα μ.Χ.) στα σημερινά ερείπια της πόλης, μέχρι τις αναφορές των συγγραφέων Τζέτζη και Σουίδα τον 12ο αιώνα.
Οι εντεινόμενες πιέσεις που ασκούσαν στον γηγενή πληθυσμό οι βαρβαρικές καταβάσεις, σε σχέση με την συρρίκνωση και εξασθένιση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, προκάλεσαν την εγκατάλειψη της Λίλαιας και μετεγκατάσταση των κατοίκων της στην δυσπρόσιτη και πιο οχυρωμένη θέση “Μαντάμια”.
Οι επιδρομές συνεχίστηκαν με τους Βούλγαρους, τους οποίους νίκησε ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, το 996 μ.Χ. στην μάχη του Σπερχειού και το 1018 μ.Χ. κατευθύνθηκε προς την Αθήνα από την κοιλάδα του Κηφισού.
Την περίοδο εκείνη εμφανίζεται για πρώτη φορά, ο όρος “Σουβάλα”. Οι εκσλαβισθέντες Βούλγαροι που είχαν κατακλύσει την περιοχή, την ονόμασαν suvala, δηλαδή έλος. Ανάμνηση της Βουλγαρικής κατάβασης, αποτελεί το τοπωνύμιο της περιοχής “Βουλγαρόρεμα”, στην βόρεια είσοδο της σημερινής Πολυδρόσου, που υποδεικνύει και ένα πιθανό χώρο πρόσκαιρης εγκατάστασής τους.

Ανιχνεύοντας την οικιστική συνέχεια του Ερώχου και της Λίλαιας στην πορεία της μετεξέλιξής τους στην μεσαιωνική Σουβάλα, στεκόμαστε στο βιβλίο του Κ. Παπαχρήστου “Παρνασσιώτικα, Γλωσσικά, Ιστορικά και Αρχαιολογικά, Λαογραφικά” (1984, Βιβλιοπωλείο της Εστίας ) που αναφέρεται στην μεσαιωνική περίοδο : 

“..όσο και αν ο πληθυσμός των παλαιών πόλεων υφίσταται μείωση, δεν εξαφανίζεται στο σύνολό του. Συχνά μετακινείται προς γειτονικές περιοχές, πιο ασφαλείς απέναντι στους επιδρομείς ή πιο ευνοϊκές για τη συντήρησή του. Εκεί οργανώνεται σε νέους οικισμούς, που κατά κανόνα παρουσιάζονται με νέες ονομασίες...Στην περίπτωση της Λίλαιας, ο πληθυσμός της δεν εξαφανίστηκε από την περιοχή, αλλά μετακινήθηκε ανατολικότερα σε υπερυψωμένη περιοχή πέρα από το βάλτο και σε απόσταση κοντινή στα νερά των πηγών και στον τόπο αυτό αποτέλεσε τον πρώτο πυρήνα της μεσαιωνικής Σουβάλας. Δεν είναι λοιπόν αβάσιμη η λαϊκή παράδοση που θεωρεί τη Σουβάλα συνέχεια της αρχαίας Λίλαιας...”

Μια λαϊκή δοξασία που πέρασε από γενιά σε γενιά μέχρι της μέρες μας, ίσως αποτελεί μια επιβεβαίωση για τον παραπάνω ισχυρισμό.

“Μέχρι πρόσφατα, στην αλλαγή του χρόνου, τη νύχτα της πρωτοχρονιάς, οι γυναίκες έριχναν στις βρύσες γλυκίσματα, σιτάρι, όσπρια, καλαμπόκι, βαμβακόσπορο και μεταλλικά νομίσματα. Ύστερα έβαζαν τα παιδιά να καθίσουν στις πέτρινες “κουρίτες” (πέτρινες λεκάνες συλλογής νερού), για να είναι υγιείς και να τρέχει η σοδειά, όπως τρέχει το νερό της βρύσης στη διάρκεια της νέας χρονιάς”

Αντίστοιχη αρχαιοελληνική τελετουργία περιγράφει ο Παυσανίας,

“το νερό της Κασταλίας στους Δελφούς, είναι δώρο σε αυτή του Κηφισού...το επιβεβαιώνουν όμως περισσότερο οι Λιλαιείς, οι οποίοι ρίχνουν σε ορισμένες μέρες στην πηγή του Κηφισού γλυκίσματα του τόπου τους και ότι άλλο έχει καθιερωθεί από συνήθεια και λένε πως αυτά ξαναφαίνονται στην Κασταλία...”  δημιουργώντας μας την πεποίθηση για την διαχρονική συνέχεια των λαογραφικών στοιχείων, που χαρακτήριζαν την ζωή των κατοίκων.



Θυρεός του Δουκάτου των Αθηνών

Το 1204 κατά την διάρκεια της Δ΄ Σταυροφορίας οι Φράγκοι καταλαμβάνουν την Κωνσταντινούπολη. Ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός στρέφεται στην ηπειρωτική Ελλάδα και στο δρόμο για την κατάληψη της Αθήνας, περνά διαμέσου της κοιλάδας του Βοιωτικού Κηφισού. Μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησής του, αναθέτει την διακυβέρνηση της περιοχής στον Όθωνα de la Roche ανακηρύσσοντας τον ¨Κύριο των Αθηνών¨ (Sire d' Athenes). Στην εξουσία του περιλαμβανόταν η Θήβα και η Λιβαδειά.
Η τοποθεσία της Μενδενίτσας, που δέσποζε από την κορυφή του όρους Καλλίδρομο στην περιοχή του Βοιωτικού Κηφισού, επιλέχθηκε ως κατοικία του τοπικού άρχοντα, υπόλογου στο Δουκάτο των Αθηνών. Οι Φράγκοι πάνω από το αρχαίο οχυρό έκτισαν κάστρο και έχρισαν τον μαρκήσιο Παλαβιτσίνι (Guido Pallavicini) διοικητή της περιοχής, που περιελάμβανε και την σημερινή Πολύδροσο. Οι Έλληνες λόγω της ευημερίας που δημιουργήθηκε στον τόπο, αφού για ένα διάστημα επικράτησε η ειρήνη, τον ονόμασαν Μαρκεζόπουλο. Το κάστρο θα πέσει το 1311, ύστερα από την πολιορκία των Ισπανών της Καταλανικής Εταιρείας και θα λεηλατηθεί. Το 1410 το οχυρό θα περάσει στα χέρια των Τούρκων.


Χάρτης του Δουκάτου των Αθηνών, 1300 μ.Χ.

Η Φραγκική κυριαρχία θα λήξει όπως προαναφέραμε το 1311, όταν στην μάχη της Κωπαΐδας, που διεξήχθη μεταξύ του οίκου των de la Roche και της Καταλανικής Εταιρείας (Societate Catallanorum) ή Μεγάλης Καταλανικής Κομπανίας, οι Ισπανοί αναδείχθηκαν νικητές. Ο ιστορικός Γ. Κόλιας διαφωνώντας με την αρχική εκτίμηση για την τοποθεσία διεξαγωγής της μάχης, την όρισε στην θέση “Μεγαλοκύρη”, κοντά στον σημερινό σιδηροδρομικό σταθμό Πολυδρόσου, σχετίζοντας το τοπωνύμιο της περιοχής, με τον τίτλο “Μέγας Κύρης” του Δούκα των Αθηνών.

Η Μεγάλη Καταλανική Κομπανία ήταν ένα στρατιωτικό σώμα Ισπανών που έδρασε στα εδάφη της Ελλάδας και της Μικράς Ασίας. Δημιουργήθηκε το 1302 από τον Ροζέ ντε Φλορ (Roger de Flor), με σκοπό να προσφέρει τις έμμισθες υπηρεσίες της στον Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο, που υπέφερε από έλλειψη στρατού, για να αντιμετωπίσει την ολοένα αυξανόμενη απειλή των Τούρκων. Η Κομπανία, αριθμούσε τριάντα δύο πλοία και δυόμισι χιλιάδες στρατιώτες, μαζί δε με τους άμαχους, έφθαναν συνολικά τις επτά χιλιάδες άτομα. Μετά την δολοφονία του αρχηγού τους Ροζέ ντε Φλορ, με ηθικό αυτουργό τον Μιχαήλ, γιο του Ανδρόνικου, αρχίζουν την λεγόμενη “καταλανική εκδίκηση“ (venganza catalana) και λεηλατούν πόλεις και χωριά.

“Η εκδίκησή μας ήταν τόσο μεγάλη, με τη βοήθεια του θεού, όσο ποτέ δεν είχε ξαναγίνει”
περιγράφει σε κείμενο ο Φρανθίσκο Μονκάδα. Η ανάμνηση της παραμονής των Καταλανών στην Ελλάδα και η εντύπωση που έκανε στους κατακτημένους η αγριότητα τους, έμεινε μέχρι σήμερα σε τραγούδια και τοπικές εκφράσεις. Στην περιοχή του Παρνασσού υπήρχε η έκφραση (1931) : “από τους Τούρκους έφευγε, στους Καταλάνους πήγαινε”, ενώ στην Υπάτη στο τραγούδι “της Απαρνημένης” : “..αν βουληθείς να μ' αρνηθείς και να με λησμονήσεις, να πέσεις σε Φράγκικα σπαθιά, σε Καταλάνου χέρια”.


Θυρεός των Acciaiuoli


Η κυριαρχία των Καταλανών καταλύθηκε σταδιακά με αρχή το 1388 από τον Φλωρεντινό τραπεζίτη και τυχοδιώκτη Νέριο Ατσαγιόλι (Acciaiuoli), που ηγεμόνευσε μέχρι το 1458. Από το 1391 το κρατίδιό τους, περιλάμβανε όλη την περιοχή της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας από την Κόρινθο ως τη νότια Φθιώτιδα. Στρατιωτικά οι Ατσαγιόλι, που στερούνταν δικού τους στρατεύματος, βασίστηκαν σε τρεις κυρίως δυνάμεις : στους Ναβαρρέζους (Ισπανούς) μισθοφόρους, στους ανερχόμενους τότε Οθωμανούς Τούρκους, με τους οποίους είχαν φροντίσει να συνάψουν συμμαχία, και στους πολυάριθμους Αλβανούς, που από το 1382 μετανάστευαν μαζικά από τις περιοχές τους προς τη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα και αποτελούσαν ιδανικούς μισθοφόρους πολεμιστές.
Εκείνη την περίοδο μια Αρβανίτικη φάρα, οι Μαλακασαίοι, εγκαθίσταται στην ομώνυμη περιοχή που βρίσκεται δυτικά της σημερινής Πολυδρόσου. Μετά από συνεχείς μετακινήσεις, κατέληξαν οριστικά στην σημερινή Μαλακάσα Αττικής. 

Το 1414, μετά από μια περίοδο μεγάλων συρράξεων εξαιτίας της εμφάνισης των Οθωμανών, ως σοβαρών διεκδικητών της κυριαρχίας στον Ελλαδικό χώρο, η ανατολική Φωκίδα περιήλθε στην επικράτεια του Βαγιαζίτ Α’.

Η οθωμανική εξουσία κατά τους πρώιμους αιώνες, υπήρξε ανεκτική σε θρησκευτικά ζητήματα. Σταδιακά όμως οι φόροι, το παιδομάζωμα και άλλα δεινά που επέβαλε, καθώς και οι αυξανόμενες ληστρικές επιδρομές, εξουθένωσαν τους κατοίκους. Αυτές οι πιέσεις που δεχόταν ο πληθυσμός στα πεδινά, ώθησε στην φυγή και εγκατάσταση σε ορεινούς οικισμούς. Έτσι, δημιουργήθηκε η Άνω Σουβάλα ή Άνω Πολύδροσος, όπως είναι γνωστή σήμερα.



Χάρτης του Robert de Vaugondy, 1752

Ο Κ. Παπαχρήστος, αναφέρεται στην επιβεβαίωση του Ιταλού περιηγητή Simone Pomardi που διάβαινε την Στερεά Ελλάδα από το 1804 έως το 1806, για την ύπαρξη οικισμού στην Άνω Σουβάλα, κατά την προεπαναστατική περίοδο :

“...Λογικό είναι να δεχθούμε ότι σε χρόνο που δεν είναι προσδιορισμένος με ακρίβεια, οπωσδήποτε όμως στους μεσαιωνικούς αιώνες, ο πληθυσμός της Σουβάλας δημιουργεί νέους οικισμούς, στην αρχή στη χαράδρα Μαντάμια και κατόπιν στη θέση της σημερινής Άνω Σουβάλας...Ο οικισμός αυτός με τον καιρό αναπτύσσεται, συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, χωρίς να εγκαταλειφθεί εντελώς και το παλαιό χωριό στον κάμπο, που το αναφέρει ο Pomardi με την ονομασία “Καλύβια”.


S. Pomardi, Ruins of Orchomenos, 19ος αιώνας

Από τα μέσα του 18ου έως τις αρχές του 19ου αιώνα πολλοί περιηγητές, άλλοι ως κυνηγοί της περιπέτειας και άλλοι σε αποστολές, επισκέφθηκαν την περιοχή του Βοιωτικού Κηφισού. Παρακινημένοι κυρίως, από τα αρχαία κείμενα του Παυσανία και άλλων συγγραφέων, θέλησαν να ανακαλύψουν τα μυστικά και τις τοποθεσίες, του άγνωστου έως τότε στους Ευρωπαίους, αρχαιοελληνικού πολιτισμού.
Ο Παπαχρήστος αναφέρεται, λανθασμένα, στο κείμενο του Simone Pomardi. Η αποστολή ήταν οργανωμένη από τον Edward Dodwell, ο οποίος περιηγήθηκε στην Ελλάδα από το 1801 έως το 1806 και κατέγραψε τις εμπειρίες του ταξιδιού του στο βιβλίο με τίτλο :


“A classical and topographical tour through Greece”

που εκδόθηκε το 1819 στο Λονδίνο. Ελλείψει άλλων καταγραφικών μέσων, την αποστολή ακολουθούσε ως ζωγράφος ο Pomardi, που σχεδίαζε τοπία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, με σκοπό να φιλοτεχνήσει λιθογραφίες. Τα έργα αυτά, θα έδιναν την δυνατότητα στον Ευρωπαίο αναγνώστη, να σχηματίσει μια εικόνα της χώρας και του πολιτισμού που περιέγραφαν τα κείμενα.


Χάρτης του J & C Walker, 1829

Στον β΄ τόμο του έργου του ο Dodwell, περιγράφει ότι κατευθυνόμενος προς τις πηγές του Κηφισού, επισκέφθηκε τα ερείπια της Λίλαιας. Στο κάστρο υπήρχαν ακόμη οι ξύλινες πόρτες και παράθυρα και ανάμεσα σε κομμάτια από χαλάσματα, παρατήρησε ένα θρόνο από λευκό μάρμαρο. Από αυτή του την ανακάλυψη, υπέθεσε την καλλιτεχνική ανωτερότητα των έργων που θα πρέπει να υπήρχαν στην αρχαία πόλη. Προχωρώντας, γράφει για το χωριό “Bala”, που σημειώνει ότι προφέρεται “Vala”, ορατό στους πρόποδες του Παρνασσού. Προφανώς εννοεί την Σουβάλα, αναφέροντάς την έτσι, λόγω κάποιας ακουστικής παράφρασης του ονόματος. Στην πορεία του αμέσως μετά τις πηγές, συναντά καλύβια εγκαταλελειμμένα, υποθέτοντας ότι χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους του παρακείμενου ορεινού χωριού, ως χειμαδιά για τα ζώα τους, κατά την διάρκεια του χειμώνα.
Πριν οι κάτοικοι της Σουβάλας (Άνω Πολύδροσος) μετοικίσουν στην σημερινή Πολύδροσο, χρησιμοποιούσαν την περιοχή ως χειμαδιά. Επίσης κατά την κατάβαση των Αρβανιτών, η οποία είχε ξεκινήσει το 1380 και συνεχιζόταν κατά περιόδους, υπήρχαν σημεία εγκατάστασής τους (καλύβες) κοντά στην περιοχή.



Στην χάρτα του Ρήγα, που εκδίδει ο Α. Γαζής στην Βιέννη το 1796, αναγράφει Λιλαία – Σουβάλα. Η αναφορά αυτή, έγινε πιθανά λόγω του απόηχου της συμμετοχής των Σουβαλιωτών, στην αποτυχημένη προσπάθεια αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού, στην Ορλωφική εξέγερση του 1787 – 1790.


Ιωάννης Δυοβουνιώτης

Στην διάρκεια της περιόδου της Επανάστασης οι Σουβαλιώτες, όπως όλοι οι Ρουμελιώτες, έλαβαν μέρος στον αγώνα του Έθνους, με οπλαρχηγούς τον Γιάννη Δυοβουνιώτη και τον Κομνά Τράκα. Ο Κομνάς Τράκας ή Κομνηνός (Θεόδωρος) Τράκας (1786 – 1840), ήταν γιος του τελευταίου απογόνου της οικογένειας των Κομνηνών του Βυζαντίου και αδελφός του Καλπούζου Κομνηνού που ίδρυσε το χωριό Αγόριανη (Άνω Αγόριανη). Αναφορά σε ονόματα Σουβαλιωτών, αγωνιστών της περιόδου που ακολούθησαν τα ασκέρια των οπλαρχηγών, γίνεται για τους Θανάση Αυγέρη και κάποιον Αδαμόπουλο που πολέμησαν σε αρκετές μάχες υπό τον Δυοβουνιώτη και άλλους 51 οι οποίοι αναφέρονται από τον Δ. Γλυμεντζή.
Η πρώτη και σημαντικότερη μάχη ήταν στις 8 Μαΐου 1821, όταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κλείστηκε με τα παλικάρια του στο Χάνι της Γραβιάς. Μεταξύ των ηρώων που αντιτάχθηκαν στον Ομέρ Βρυώνη, αναφέρονται οι Σουβαλιώτες Μάρος και Παπαγεωργάκης. Σημαντική νίκη επίσης αποτέλεσε η κατάληψη του κάστρου της Μενδενίτσας, όπου επέτυχαν ο Δυοβουνιώτης με τον Τράκα.


Κομνηνός Θεόδωρος ή Κομνάς Τράκας

Το 1824 ο Σουλτάνος όρισε καινούργιο στρατιωτικό διοικητή τον Δερβίς Πασά, στον οποίο έδωσε ρητή εντολή να ενωθεί με τους Πασσάδες Μπερκόφτζαλη, Ιουσούφ Πασά και Αμπάζ Πασά Ντίμπρα και να εισβάλει στην Ανατολική Στερεά με δεκαπέντε χιλιάδες στρατό. Ο Δερβίς πήγε στο χωριό Λιανοκλάδι απέναντι από το Ζητούνι (Λαμία) και εκεί στρατοπέδευσε. Τους δε Ισούφ Πασά Μπερκόφτζα και Αμπάζ Πασά Ντίπρα με έξι χιλιάδες πεζούς και τρεις χιλιάδες ιππείς τους διέταξε να περάσουν στην Γραβιά και από εκεί να συνεχίσουν για τα Σάλωνα (Άμφισσα). Στόχος τους, να κατακτήσουν την πόλη και την γύρω περιοχή.
Ο Πανουργιάς, μαζί με τους Σουλιώτες οπλαρχηγούς Δράκο, Δαγκλή, Διαμάντη Ζέρβα και τους Κίτσο Τζαβέλα και Π. Νοταρά οχυρώθηκαν στην Άμπλιανη. Έτσι συνολικά δύο χιλιάδες άντρες περίμεναν τους εχθρούς, οι οποίοι στις 14 Ιουλίου τους επιτέθηκαν. Οι Έλληνες τους αντιμετώπισαν με γενναιότητα και τους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν με μεγάλη φθορά.
Το άλλο κομμάτι της στρατιάς με διοικητές τους Ισούφ Πασά Μπερκόφτζα και Αμπάζ Πασά Ντίπρα στρατοπέδευσε στην Γραβιά. Με πρωταγωνιστές τους οπλαρχηγούς Γ. Δυοβουνιώτη και Κομνά Τράκα, οι Έλληνες τους αντιμετώπισαν πρώτα στην Βάριανη στις 4 Σεπτεμβρίου, και τελικά στην τοποθεσία Καρκαβέλια στις 7 Οκτωβρίου 1824, όπου δόθηκε η μάχη της Σουβάλας. Κατάφεραν να απωθήσουν τους Τούρκους και να διαλύσουν τελικά, το στρατόπεδό τους στη Γραβιά. Αποτέλεσμα αυτών των μαχών ήταν να εμποδίσουν την προέλαση των Τουρκικών στρατευμάτων και την κατάληψη της Άμφισσας.
Όπως αναφέρουν οι ιστορικοί :

“...Ισχυρή εχθρική δύναμη 4000 ανδρών βάδισαν προς τη Σουβάλα, με σκοπό από τις κορυφές του Παρνασσού να φτάσουν στα Σάλωνα. Ο Δυοβουνιώτης τους περίμενε εκεί με δύναμη 300 ανδρών, αλλά και τη βοήθεια των Σουβαλιωτών, όπου λόγω του κινδύνου που διέτρεχαν οι οικογένειές τους, συμμετείχαν όλοι χωρίς εξαίρεση. Κατάφεραν να σταματήσουν τους Τούρκους και με τους Κομνά Τράκα και Καλμούκη που έφτασαν για να τους ενισχύσουν, τους έτρεψαν σε άτακτη υποχώρηση, αφήνοντας πίσω τους πάνω από 300 νεκρούς και αιχμαλώτους...”

Τα χρόνια που ακολούθησαν τον Αγώνα ήταν δραματικά για τους Σουβαλιώτες. Η ληστρική δράση, που μάστιζε την περιοχή, κατά την άστατη περίοδο των αρχών της Ελληνικής πολιτείας, δημιουργούσε μια επικίνδυνη και ανασφαλή κατάσταση για τους κατοίκους του Παρνασσού. Τα πεδινά χωριά, όσα βρίσκονταν πάνω στα βασικά μονοπάτια, είχαν τις μεγαλύτερες υλικές και έμψυχες απώλειες κατά την διάρκεια των πολύχρονων συγκρούσεων του Αγώνα.
Οι ορεινοί οικισμοί πρόσφεραν στους κατοίκους τους σχετική ασφάλεια και την δυνατότητα για συνέχιση του πατροπαράδοτου τρόπου ζωής. Οι αντίξοες συνθήκες, το σχεδόν εχθρικό φυσικό περιβάλλον, ο συνεχής αγώνας επιβίωσης που γίνεται σκληρότερος όσο ανεβαίνει κανείς προς τις βουνοκορφές, ευνοούσε την δημιουργία πολυμελών, πατριαρχικής δομής, οικογενειών και σχέσεις αλληλεξάρτησης και υποστήριξης μεταξύ των μελών της κοινότητας.
Η σημασία της μικρής ορεινής ιδιοκτησίας ήταν μεγάλη. Το σκαμμένο με κόπο στην πλαγιά του βουνού φτωχό μικροχώραφο, αποτελούσε ισχυρότερο πόλο έλξης από την καλλιέργεια των “εθνικών γαιών”, των πρώην τούρκικων κτημάτων, που ήταν στα πεδινά.


Η Άνω Πολύδροσος ή Άνω Σουβάλα

Ενδεικτική, είναι η ιστορία που λέγεται μέχρι και σήμερα στην Πολύδροσο, περιγράφοντας τον αυτόνομο και φιλελεύθερο χαρακτήρα που διαμόρφωσαν οι Σουβαλιώτες. Όταν οι Τούρκοι έφευγαν, ο αγάς της περιοχής προσκάλεσε τους κατοίκους των χωριών, για να τους μοιράσει τα εύφορα χωράφια του κάμπου. Οι Σουβαλιώτες εκείνη τη μέρα είχαν γλέντι και σε αντίθεση με τους γείτονές τους, προτίμησαν να συνεχίσουν το χορό, παρά να αποδεχθούν την πρόσκληση. Η πλατεία της Άνω Σουβάλας (Άνω Πολυδρόσου) όπου εξελίχθηκε το επεισόδιο, από τότε, πήρε την ονομασία “Χορευταριά”. Το νέο βασίλειο, η νέα κρατική εξουσία με τους βαυαρικούς νόμους και τους φοροεισπράκτορες της, φάνταζε περισσότερο απειλητική για τους ορεσίβιους, από ότι τα αγρίμια και οι δυσκολίες της επιβίωσης στο βουνό.
Το 1853 ο Ιάκωβος Ρ. Ραγκαβής συντάσσει “Τα Ελληνικά”. Μια γεωγραφική, ιστορική, αρχαιολογική και στατιστική περιγραφή της αρχαίας και νέας – τότε – Ελλάδας, όπως συμπληρώνει στον τίτλο του έργου. Στον Α΄ τόμο καταγράφει τον Δήμο Δωριέων με έδρα την Άνω και Κάτω Αγόριανη. Αναφέρει την Άνω και Κάτω Σουβάλα, με 147 σπίτια και 655 κατοίκους. Περιγράφει την αγροτική παραγωγή σε δημητριακά, όσπρια, καπνό, καρύδια και οίνο καθώς και την ύπαρξη δασονομείου.


Η συμμορία του Νταβέλη (τρίτος από αριστερά)

Η ιστορία της ληστείας στην Ελλάδα ξεκινά το 1870. Οι συμμορίες αποτελούνται συνήθως από δυσαρεστημένους καπεταναίους, που η βαυαροκρατία δεν αναγνώρισε τον αγώνα τους εναντίον των Οθωμανών. H εξουσία του Όθωνα είναι γι αυτούς κάτι ξένο, καταπιεστικό και εξοντωτικό. Πολεμούν λοιπόν την εξουσία και ληστεύουν. Συνήθως δεν πειράζουν τον γιατρό, που τον καλούν όταν έχουν ανάγκη, τιμωρούν τον τοκογλύφο, προικίζουν φτωχά κορίτσια, δίνουν χρήματα για να χτιστούν εκκλησίες. Είναι λιγόλογοι, βλοσυροί, τελεσίδικοι, εκδικητικοί.
Άνθρωποι όπως ο Καραθανάσης, ο Νταβέλης, κ.α., δεν έχουν καμιά αναστολή για την υλοποίηση των εγκλημάτων τους. Οι επικηρύξεις ήταν κίνητρο για την εξόντωσή τους και ακολουθούσαν οι αποκεφαλισμοί και η ανατριχιαστική παράδοση του κομμένου κεφαλιού στις αρχές για την είσπραξη της αμοιβής. Πολλοί θεωρούν ότι το κεφάλαιο ληστεία κλείνει το 1935. H αλήθεια είναι όμως, ότι ληστές υπήρχαν στα βουνά μέχρι την γερμανική κατοχή και πολλοί από αυτούς βοήθησαν τις ομάδες του ΕΛ.Α.Σ στα πρώτα τους βήματα, μιας και ήξεραν καλύτερα από τον καθένα τα μυστικά της ορεινής επιβίωσης.
Τα βάσανα των ανθρώπων εκείνης της περιόδου, την φτώχεια, την πείνα, την εξαθλίωση καθώς και τις προσπάθειες για επιβίωση, έρχεται, σαν ένα παράθυρο στον χρόνο, να μας περιγράψει η “αυτοβιογραφία” ενός Σουβαλιώτη. Η μαρτυρία της ζωής του Γεωργίου Λ. Αδαμόπουλου (1839-1909), που φυλάχτηκε από τους απογόνους του μέχρι σήμερα, σκιαγραφεί στις 22 σελίδες της, την ζωή στο δεύτερο μισό του 19ου αι.

“Εγεννήθην εις Άνω Σουβάλα το 1839, Ιανουαρίου 20. Με εξέθρεψε ο πατήρ μου 10 έτη. Εις το 1849, ήλθε η μεγάλη καταστροφή. Σεπτεμβρίου 13. Ήλθαν 15 λησταί οπλισμένοι, ως είδος στρατιώτη, με σέμια βασιλικά, με στέμμα βασιλικόν, με φέσια, και ήτον 3 ώρες έως ότου νυκτώση. Λοιπόν, ήλθον οι λησταί με ντεσκερέδια, να κάμουν κονάκι, καθώς τα συνηθισμένα των στρατιωτών. Ο πατήρ μου ήτον τεχνίτης, έξω εις το προαύλιον της οικίας του, εργαζότανε, έδενε ένα βάρελον δια κρασί, μεγάλο.
Ο πατήρ μου, αμέσως εννόησε ότι ήτον λησταί - με τον Αθανάσιον Νικολούλην, ήτον πλησίων η οικία του ως δέκα μέτρα - οι δε λησταί, αμέσως συνέλαβον τον Νικολούλην για να τον εμβάσουν μέσα εις την οικίαν του, δια να τον τιμωρίσουν, να του πάρουν τα χρήματα. Ο πατήρ μου, αμέσως εμβήκεν μέσα εις την οικίαν του έλαβε το όπλον του και πυροβόλησε κατά των ληστών. Επλήγωσε ένα των ληστών, οι δε λησταί εφοβήθησαν και απόλυσαν τον Νικολούλην και έφυγε δρομαίως.
Ένας ληστής, ονομαζόμενος Σταμελόγιαννος, από την Καστανιά, τον επήρε με το γιαταγάνι κυνηγόντα, δια να τον πιάσει και δεν εμπόρεσε αλλά του ετρύπησε το μπούτι. Τον επήγε έως 200 μέτρα και τον άφησε πλέον και αναχώρησε πάλιν εις τας οικίας που ήτον και οι άλλοι οι σύντροφοι του.
Ο πατήρ μου ήτο κλεισμένος μέσα, εις την οικίαν του, και πολεμούσε με τους ληστάς, οι δε λησταί έβαλαν πυρ και εις τας δυο οικίας και έκαιγαν. Ο πατήρ μου ήτον απάνω εις το πάτωμα και το πυρ έκαιγε εις το κατώγιον.
Ο παππούς μου ο Γεραδάμης ήτον έξω της οικίας και έβλεπε τον κίντυνον του παιδιού του. Ήτον ετών 95 και οι λησταί εκείνην την ώρα του είχαν τας χείρας του τρύπιες με το χάρπη, αλλά από τον τρόμο του, επήγε εις την άνω θύραν και εφόναξεν μεγαλοφώνως και λέγει: Παιδί μου Λουκά να με ακούσεις! Να βγεις έξω από τη φωτιά...Καλύτερα να σε φονεύσουν, παρά να καείς μέσα...
Και αμέσως άνοιξε την θύραν ο Λουκάς και εβγήκεν έξω, κατέβηκε κάτω τις σκάλες. Αμέσως, έφτασε οργισμένος ο Σταμελόγιαννος και έριξε με το πιστόλι του εις το ζωνάρι και τον άφηκε νεκρόν εις τον πάτο εις τη σκάλα του.
Το σπίτι εκαιγότανε και επέφτανε ξύλα κολλημένα με λαμπρόν. Έπεφταν εις το σώμα του πατρός μου, εκαιγότανε. Ο δε παππούς μου ο Γεραδάμης, επείγε μόνος του και τον έσυρε από τη σκάλα διότι εκαιγότανε το σώμα. Άλλος κανείς δεν ήτον. Μόνος του.
Εκείνην την ώραν όπου ήτον οι λησταί, εκεί ήτον ο παππούς μου, ο Γεραδάμης. Η μάνα μου και η αδελφή μου η Σταθού – ήτον 8 ετών, ο αδελφός μου ο Ιωάννης, ήτον 6 μηνών, τον οποίον τον είχεν η αδελφή μου η Σταθού εις τας χείρας και εθρηνούσαν και έκλαιγαν και έβλεπαν τους ληστάς και εβαρούσαν την πόρτα, με το τσεκούρι, δια να την χαλάσουν. Η αδελφή μου η Παγώνα δεν ήτον εκεί, ήτον έξω. Ήταν μεγαλύτερα απ' όλους ημάς, ετών 17. Εγώ δε, ο Γεώργιος, εκείνην την ώραν, είχαμε μιαν αίγα και την επήρα και επήγα παρακάτω, δια να την βοσκήσω, έως 200 μέτρα αλάργα από τας οικίας.
Εκεί όπου βοσκούσα την αίγα, ήτον και δρόμος πλησίον. Βλέπω τους ληστάς και επήγαιναν με τάξιν - όχι τρέχοντας - κατά τας οικίας μας. Φοβήθηκα και δεν ήξευρα τι να κάμω. Εκεί όπου εστέκομαι, ήκουσα απάνω εις τα σπίτια 2 όπλα έπεσαν. Έτρεμα δε, ωσάν το ψάρι. Βλέπω ένα γερο, Δημήτρη Διαμαντώνη, ο οποίος ερχότανε από πάνου, τρέχοντας. Εγώ τον είδα και αμέσως τον ερώτησα : Τι πέφτουν τα ντουφέκια, μπάρμπα Δημήτρη ; και μου απαντά: "Κλέφτες παιδί μου, φεύγα..". Εγώ δε, μόνο μου, έτρεξα από το πλευρό και επήγα εις μιαν οικίαν του Κώστα Χαλβατζή. Εκεί δε, ήτον και άλλες οικογένειες συνηγμένες. Άμα έφτασα κλαίγοντας εκεί, αμέσως άνοιξαν και με έβαλαν μέσα. Εγώ δε, δεν με χωρούσε το σπίτι. Με έβγαλαν έξω και επήγα εις του Σταμάτη Αργύρη το σπίτι, από πάνου ήτον εν κτίριον χαλασμένο.
Εκεί μέσα ήτον ένας θείος μου, Αδαμάκος, ο οποίος επολεμούσε κατά των ληστών. Όταν επήγα εκεί, ενόμισα ότι είναι ο πατέρας μου και αμέσως έκρινα : Πατέρα... Αυτός αμέσως γύρισε και μου λέγει. Δεν είμαι εγώ παιδί μου ο πατέρας σου ! Αλλά φύγε από δω και να πας απάνου εις τα Θανέϊκα σπίτια να κάθεσαι εκεί. Και αμέσως επήγα και ήμουν αγνάντια και ήβλεπα την καταστροφή της οικίας μας. Εκαγότανε και ελάμπανε τα βράχια.
Το βράδυ εκείνο μας εσύναξε ο κόσμος και μας έμασε και μας επήγανε εις τον θείον μου Αθανάσιον Αδάμην η Καραλέτον, αδερφόν του πατρός μου. Το πρωί, ήλθον συγγενείς και φίλοι. Έγινε η κηδεία χωρίς να υπάρχει από την οικίαν μας τίποτα. Έγινε συνεισφορά από τον κόσμο και έγινε η κηδεία. Ημείς δε οικογένεια δεν είχαμε μήτε τροφή, μήδε υπόδημα, μήδε ρούχα, αλλά γδετοί. Μας έφεραν ο κόσμος, άλλος φόρεμα, άλλος άλευρον, άλλος φασόλια.
Εκαθήσαμεν πολύν καιρόν εις τον θείον μου. Κατόπιν η μάνα μας εγύρισε εις το χωριό μας και εσύναξε καλαμπόκι, φασόλια, παλιόρουχα και παλιοπάπουτσα και εντυθήκαμε. Είχαμε εις την Κάτω Σουβάλα μιαν οικίαν πήχες 6 και 6 πλάτος, χαμόγεια και εμβήκαμε μέσα και εκαθόμαστε, 2 κορίτσια, 2 σερνικά και η μάνα μας. Ο πατήρ μου είχε περιουσία 1 στρέμμα αμπέλου, εις θέσιν Άγιον Βλάσιον, ένα χωράφι εις Άνω Σουβάλα, ένα οικόπεδον εις Ιτιές, 3 στρέμματα.
Εγώ, ο Γεώργιος, με πήγανε εις το μοναστήριον Δαδιού. Εκάθησα 6 μήνες υπηρέτης. Κατόπιν επήγα εις Δαδί. Με επήρε ο Αντώνιος Πετμεζάς, ήτον γραμματεύς εις την Δημαρχίαν, ήτον δήμαρχος ο Ιωάννης Παπαλουκάς. Ήμουν υπηρέτης. Επήγαινα τα παιδιά του εις το σχολείον, έκαμα δυο έτη. Κατόπιν έφυγα και επήγα εις μετόχι του Αγίου Χαραλάμπους εις Δαδί και ένας καλόγερος, ονομαζότανε Μελέτιος, ο οποίος ήτον από τα Μετέωρα, Άγιος Χαράλαμπος. Εκεί, εκάθησα 3 έτη.
Κατόπιν, έφυγα και ήλθα στο σπίτι. Έγινα 15 ετών, όταν ήλθα εις το σπίτι. Δεν είχαμε τίποτα. Φτώχια μεγάλη. Εσκέφθηκα, επήγα εις το δάσος, έκοψα ένα ξύλον και εκατασκεύασα ένα τούρνο, ο οποίος έφκιανα αδράχτια και επωλούσα. Μιαν εποχή, το καλαμπόκι είχε λ.40 η οκά, κατά τον Μάρτιον μήνα. Ημείς δεν είχαμε πίστωσιν, διότι είχαμε μεγάλη φτώχεια. Λοιπόν κατά τας 23 Απριλίου, εμάθαμε εις την Κεσφίνα εθέρισαν κρεθάρια, λοιπόν έφκιαξα μερικά αδράχτια και επήγα με την μάνα μου εις την Κεσφίνα και εμάσαμεν ολίγον κρεθάρι και κομμάτια κρίθενα και εβαστάξαμε έως εβγήκανε τα στάχυα και επήγαμε και σταχυολογάμε και εζήσαμε.
Κατόπιν, επήγα εις Αράχοβα και έμαθα ράπτης εις τους Μαργιανναίους. Έκαμα ένα έτος. Κατόπιν ήλθα εις το χωρίον Σουβάλα και εργαζόμουν και - από αυτά όπου εργαζόμουν - εκονομούσα τα έξοδα και εζούσαμε, η μάνα μου, μια αδελφή και δυο σερνικά παιδιά. Εργάστηκα την τέχνην έως έφτασα 18 ετών.
Κατόπιν με εζήτησε ο Θεόδωρος Μανέτας να με κάμει γαμβρόν είχε δε μιαν θυχατέρα κληρονόμισα, η οποία είχε περιουσία κτήματα, έως 3 χιλιάδες δραχμάς. Ήτον δε εμπαθής (φιλάσθενος), δεν ήτον γερή γυναικά. Λοιπόν επαντρέφτηκα. Απόχτησα κληρονόμους. Τον Λουκά, Παγώνα και Αφροδίτη. Δεκαπέντε χρόνια την είχα. Ο γιατρός δεν έλειψε και έτσι μου επήρανε οι γιατροί έως 2 χιλιάδες δραχμάς. Εχρεώθηκα, επούλησα μερικά κτήματα δια να βγάλω το χρέος.
Κατόπιν αρρώστησε η Παγώνα, η οποία είχε μελικήτη. Όσους ιατρούς ήφερα όλοι μου έλεγαν ότι θα πεθάνει. Εχρεώθηκα άλλες 1000 δραχμάς. Αλλά από χάριν Θεού εγλύτωσε. Έκαμε 5 μήνας άρρωστη. Ήτον έως 7 ετών. Λοιπόν εκείνο το έτος, τον Ιανουάριον επέθανεν και η σύζυγος μου Μαρία. Λοιπόν, όταν ήτον εν τη ζωή έγινα γεωργός, έγινα μπακάλης, όσα έργα και αν έκανα, όλα (είχαν) έως μεγάλην ζημία. Έπειτα ήλθα εις μεγάλην απελπισίαν. Λοιπόν εσκέφθηκα να οικοδομήσω ένα μαντάμι. Εγώ δε πατρικήν μου περιουσία δεν είχα. Μόνον μιαν άμπελον εις θέσιν Νησί. Η αξία του δρχ.100. Πίστωση δεν είχα. Έκαμα λόγον με την σύζυγόν μου δια να πουλήσω ένα χωράφι εις την θέσιν Λιγγορίτσα, να πάρω χρήματα δια να οικοδομήσω τους τοίχους. Υποσχέθηκε λοιπόν.
Εγώ με τον λόγου άρχισα. Άνοιξα ασβεστοκάμινο τον Αύγουστο. Το έκαψα. Έβαλα τον ασβέστη, τον ετοίμασα δια να βάλω τους μαστόρους, δια να οικοδομήσω τους τοίχους. Την ξυλεία την είχα όλην τελειώσει μόνος μου.Της είπα να πουλήσωμε το χωράφι και δεν το δέχθηκε, διότι την διέβαλαν άλλοι συγγενείς και δεν το επούλησε. Εγώ δε έμεινα και δεν ήξερα τι να κάμω, απελπίστηκα. Τι να κάμω, επήρα τον Παναήν Καρούζον σύντροφο, έβαλε τα χρήματα και εγώ την εργασία μου και οικοδόμησα το μαντάμι και μια υδροτριβήν. Έκαμα ένα έτος μαζί διότι ήτον άνθρωπος φιλόνικος δεν μπορούσα να συνοικίσουμε μαζί, μου επούλησε την αναλογίαν του δραχμάς 750, τας οποίας χρεώθηκα. Από χάριν Θεού εργάστηκα και τας έβγαλα, εξεχρεώθηκα.
Αφού απεβίωσε η πρώτη σύζυγος μου Μαρία, τον Ιανουάριον μου άφηκε τρία παιδιά. Η Παγώνα ήτον 7, η Αφροδίτη ήτον 6 ετών, ο Λουκάς ήτον 5 ετών. Εκάθησα 2 έτη χωρίς γυναίκα και διατηρούσα τα μικρά παιδιά.
Ασθένησα βαρέως εις κίντυνον και δεν είχα ποιος να αλλάξει τα βιγζάντια, τα οποία είχε διατάξει ο γιατρός. Από χάριν Θεού εγλύτωσα από τον κίντυνον.
Κατόπιν εξαναπαντρεύτηκα και επήρα σύζυγον την Χρυσούλα. Απόχτησα τέκνα, τον Αθανάσιον, Φάνη και Αγγελική. Από χάριν Θεού απόκτησα και άλλην περιουσία.”

Την διαδρομή της οικογένειας Αδαμοπούλου, την αναφέρουμε ως ενδεικτική των καταστάσεων που επικρατούσαν τότε. Μια περιπέτεια με αίσιο τέλος, αφού παρά τις αντιξοότητες, οι απόγονοι του γερο-Γιώργη, κατάφεραν να σπουδάσουν και να διακριθούν, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι Σουβαλιώτες. Οι εγγονοί του, έφτασαν μέχρι την Μανίλα των Φιλιππίνων, όπου ίδρυσαν το Adamson University (Αδαμοπούλειο Πανεπιστήμιο) που λειτουργεί επίσημα από το 1941 μέχρι και σήμερα.


Σουβαλιώτης με παραδοσιακή φορεσιά  Πιπέρας Γεώργιος

Οι Σουβαλιώτες, όμως, έμελλε να μεταφέρουν για ακόμη μια φορά το χωριό τους. Την 1η Αυγούστου 1870, στην περιοχή της Αράχωβας, γίνεται μεγάλος σεισμός. Η γεωλογική ανακατάταξη είναι μεγάλη. Σκοτώνονται συνολικά 117 άνθρωποι και 2000 σπίτια, στην περιοχή, καταστρέφονται. Οι κάτοικοι της Άνω Σουβάλας, αναγκάζονται να κατέβουν στην σημερινή Πολύδροσο, περιοχή που μέχρι εκείνη την στιγμή χρησιμοποιούσαν για τα ποιμνιοστάσιά τους. Με την μετεγκατάσταση στην σημερινή Πολύδροσο, οι κάτοικοι χτίζουν την πρώτη εκκλησία του νέου οικισμού, τον Άγιο Ταξιάρχη, που βρίσκεται στην άνω πλατεία.
Η καταστροφή ολοκληρώνεται στις 20 και 27 Απριλίου του 1894, όταν ο σεισμός της Αταλάντης, σκοτώνει 250 άτομα, καταστρέφει 3783 σπίτια και 69 οικισμούς, μέσα στους οποίους περιλαμβάνεται και η Άνω Σουβάλα.
Από τότε, το χωριό διατηρήθηκε μέχρι και σήμερα, σαν θερινός οικισμός. Την δεκαετία του 1930, λόγω του δάσους πεύκων και ελάτων που αφθονούν και του καθαρού νερού, αποτέλεσε θέρετρο ανάρρωσης για τους κατοίκους της Κωπαΐδας, που υπέφεραν τότε από ελονοσία και φυματίωση.


Η εκκλησία της Κυρίας των Αγγέλων στην Άνω Πολύδροσο

Οι υδροβιοτεχνίες, τα “μαντάμια” όπως αναφέρει ο Γ. Αδαμόπουλος, που αναπτύχθηκαν στην περιοχή της χαράδρας “Ξηριάς”, εξελίχθηκαν σε επαγγέλματα που στήριξαν την οικονομία.
Το νερό χρησιμοποιήθηκε ως κινητήρια δύναμη, για τόρνους επεξεργασίας ξύλου, την λειτουργία υδροτριβής για τον καθαρισμό υφαντών, κ.α. Η άφθονη σε ποσότητα ξυλεία, μετατρεπόταν σε βαρέλια, για την αποθήκευση νερού και κρασιού, αλέτρια και “σβάρνες”, σαν γεωργικά εργαλεία, αδράχτια και σφοντύλια, για το γνέσιμο της ρόκας, αργαλειούς, για τα υφαντά και ξυλεία για τις κατασκευές των σπιτιών.
Κορύφωση της βιοτεχνικής αυτής δραστηριότητας, ήταν η δημιουργία υδροηλεκτρικού σταθμού το 1924, στην τοποθεσία “Μαντάμια” και την ίδια χρονιά, η ανέγερση και λειτουργία του εργοστασίου “Υδροηλεκτρική Εταιρεία ο Λευκός Άνθραξ”, των Λουκά και Αθανασίου Αδαμόπουλου, Γεωργίου και Ιωάννου Δρίβα και Ασημάκη Παπαλάμπρου.



Το εργοστάσιο της υδροηλεκτρικής εταιρείας ο “Λευκός Άνθραξ”

Στον “Λευκό Άνθρακα”, όλα τα μηχανήματα λειτουργούσαν με ηλεκτρική ενέργεια, παραγόμενη από τα νερά χειμάρρου. Στέγαζε αλευρόμυλο, εκκοκκιστήριο βαμβακιού, λανάρα, καφεκοπτείο και άλλα. Ο Κ. Μαστροκώστας γράφει στην εφημερίδα “Παρνασσός” (1964) :

“...Όλα τα τμήματα του εργοστασίου ηργάζοντο υπερωριακώς διότι είχον να εξυπηρετήσουν τους κατοίκους ολόκληρης της περιφέρειας, καθ` ότι ήτο το μοναδικόν εν αύτη”.

Το 1925 ηλεκτροδοτήθηκαν και οι 300 κατοικίες που διέθετε τότε η Σουβάλα, μαζί με τον κοινοτικό της φωτισμό. Γεγονός εντυπωσιακό και πρωτοποριακό, για τα δεδομένα της ελληνικής υπαίθρου εκείνης της εποχής. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου περιγράφει στην βουκολική σκηνή διηγήματος του, την έκπληξη ενός παιδιού με τον παππού του, όταν ένα βράδυ από την κορυφή της Οίτης, παρατηρούν τα φώτα της Σουβάλας στον σκοτεινό κάμπο.


Η εκκλησία Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην κεντρική πλατεία Πολυδρόσου

Παράλληλα, υπήρξαν και άλλοι κλάδοι που αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα και που εξασφάλιζαν μια, κατά το δυνατόν, αυτοσυντήρητη τοπική οικονομία. Από αυτούς ήταν η σιδηρουργία, όπου τα Σουβαλιώτικα μαχαίρια, ψαλίδια και άλλα είδη οικιακής χρήσης, ήταν φημισμένα για την ποιότητα τους (απόδειξη ότι συνεχίζουν να πωλούνται ακόμη και σήμερα) και η κατεργασία και το χτίσιμο της πέτρας. Εξαίρετο δείγμα της δουλειάς των Σουβαλιωτών πετράδων, η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που θεμελιώθηκε το 1925 και δεσπόζει σήμερα στην κεντρική πλατεία, αλλά και σπίτια, γεφύρια και βρύσες, που βρίσκονται διάσπαρτα στην Πολύδροσο και στα γύρω χωριά. Αυτό που αποδεικνύει την ιδιαιτερότητα της τέχνης τους, είναι το ότι οι μάστορες τις εποχής έφταναν δουλεύοντας μέχρι την Αθήνα.


Πέτρινη βρύση στην κεντρική πλατεία


Στις 9 Σεπτεμβρίου 1927 με πρόταση του κοινοτικού συμβουλίου και μετά από νόμο του Ελ. Βενιζέλου, δόθηκε στο χωριό η ονομασία Πολύδροσος. Απόφαση που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 206/1927, και πάρθηκε εμπνευσμένη από τις πηγές, τα ποτάμια και τους μικρούς καταρράκτες που υπάρχουν παντού. Η γειτονική Κάτω Αγόριανη που ιδρύθηκε μετεπαναστατικά από κατοίκους της Άνω Αγόριανης, πήρε λόγω θέσης και ιστορικά άδικα την ονομασία Λιλαία. Στην απογραφή του 1928, η Πολύδροσος αριθμούσε 1567 κατοίκους.


Το εκκλησάκι του Οσίου Λουκά

Στις 3 Μαΐου 1933, οι Σουβαλιώτες Ν. Μανέτας, Λ. Αδαμόπουλος και Δ. Χρήστου, ύστερα από ανασκαφή σε σημείο βόρεια της Πολυδρόσου, βρήκαν τις εικόνες του Ευαγγελιστή Λουκά, του Ιησού Χριστού και του Αγίου Δημητρίου. Στο σημείο εκείνο, έχτισαν την εκκλησία του Αγίου Λουκά ως δέηση και καθιέρωσαν λαϊκούς αθλητικούς αγώνες, που πραγματοποιούνται μέχρι και σήμερα την ημέρα του εορτασμού της.
Οι Σουβαλιώτες έδωσαν το παρόν στους Βαλκανικούς πολέμους, την Μικρασιατική εκστρατεία, τον Β` Παγκόσμιο πόλεμο. Με γονίδια πυρωμένα από δεκάδες κατακτητές και δυνάστες, σφυρηλατημένα στο διάβα των αιώνων από την κακουχία, τον πόλεμο και την καταστροφή, καλούνταν να δώσουν κάθε φορά μια νέα μάχη. Οι άντρες στο μέτωπο υπερασπίζονταν την πατρίδα και οι γυναίκες στα μετόπισθεν, έδιναν τον δικό τους σκληρό αγώνα επιβίωσης ενάντια στην πείνα, με ανύπαρκτα μέσα, από ανθρώπους βουτηγμένους στην φτώχεια.
Όπως θα διηγηθεί αρκετά χρόνια αργότερα, για την περίοδο τη γερμανικής κατοχής, μια Σουβαλιώτισσα, η Α. Πιπέρα : “οι γυναίκες φορτωνόντουσαν με ότι μπορούσε να τους δώσει ο τόπος, καλαμπόκι, φασόλια, κουκιά και πήγαιναν με τα πόδια στην Αντίκυρα ή στην Αράχωβα, για να το ανταλλάξουν με αλάτι, λάδι η οτιδήποτε ήταν αναγκαίο”. “Καρτόφελεν” (πατάτες) και κονσέρβες, απαιτούσαν με θάρρος και θράσος από τον Γερμανό κατακτητή.
Μπροστά στη σκέψη των πεινασμένων παιδιών τους, που μεγάλωναν με μελικόκια και μούρα, δεν υπολόγιζαν ούτε τον στυγνό χαρακτήρα, ούτε την απόλυτη εξουσία του. Έτσι άλλωστε, στάθηκαν και επιβίωσαν επί αιώνες, απέναντι σε κατακτητές.
Σύμφωνα με διάφορες δημοσιεύσεις του πρώην υπουργού Αθ. Γ. Τσαρμακλή, 12 Σουβαλιώτες σκοτώθηκαν στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 1913, 6 στην Μικρά Ασία το 1921 - 1922, 11 στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και 16 εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς κατά την περίοδο της κατοχής.




Το ηρώο των πεσόντων Πολυδροσιωτών

Το 1950, την Πολύδροσο επισκέφθηκε, μετά από πρόσκληση των φίλων του Λουκά Κούσουλα, συγγραφέα και Γιάννη Μαρρέ ποιητή και λαογράφου, ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Ο ποιητής από τότε ερχόταν συχνά στην Πολύδροσο και αγάπησε τον τόπο και τους ανθρώπους. Ας κλείσουμε, λοιπόν, αυτή την ανασκόπηση της ιστορίας της Πολυδρόσου, με την σκέψη του :

Πάνω από τούτες τις κορφές των πλατανιών εδώ,
Πάνω από τούτα τα έλατα διαβαίνει ο άνεμός μου,
Ο μεθυσμένος μου άνεμος, ο φωτεινός και ο άγριος !
Ρεύμα του άπειρού μου έρωτα, ατίθασε παφλασμέ,
φέγγοντας με τα αιώνιά σου τινάγματα τον αέρα,
κουνάς τη νύχτα ολόκληρη σα να ΄σαι από μυριάδες
ταύρους που κατεβαίνουνε με ορμή.
Άνεμε σώσε !
Άνεμε βοήθα να πιαστώ απ τα φωτεινά κλαδιά σου
Ν΄ ανεβώ απάνω απ τα θολά ποτάμια.
Άνεμε σώσε !
Σήκωσε κι εναπόθεσε ψηλά, πάνω απ το χιόνι,
Το νούφαρο με το άγριο φως !
Γλίτωσε της καρδιάς μου το λυπημένο αυγερινό !
Στερέωσε το πεσμένο το άσπρο σου αυτό εξαπτέρυγο,
σαν κεραυνός να σκίζει τη νύχτα πάνω απ τις κορφές όλες :
“Ειρήνη ! Αγάπη !”

Παρνασσός 1950


πηγή: http://www.polydrosos.com/







3 σχόλια:

  1. Πολύ καλό το βιβλίο του κ. Πιπέρα (αν δεν κάνω λάθος) με δυο παρατηρήσεις.
    Η μια είναι ότι η μεγάλη έξαρση της ληστείας σημειώνεται γύρω στην δεκαετία του 1850 και η δεύτερη αφορά τη φωτογραφία των τεσσάρων ληστών που αναφέρονται ως συμμορία Νταβέλη. Πρόκειται για την συμμορία του Θωμά Γκαντάρα του επονομαζομένου και "Μαύρου Λήσταρχου".Εχουν φωτογραφηθεί στα Χάσια το 1925 από τον περίφημο φωτογράφο Αθανάσιο
    Μάνθο.Με τα πυκνά γένεια ο Γκαντάρας και στα άκρα οι αδελφοί Παπαγεωργίου.
    Συγχαρητήρια για την ιστοσελίδα σας.
    Γιάννης Αθ. Λαγός

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΝ ΔΕΝ ΚΑΝΩ ΛΑΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΞΙΟΛΟΓΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Κ. ΠΙΠΕΡΑ . ΕΧΩ ΝΑ
    ΚΑΝΩ ΜΟΝΟ ΔΥΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ. ΠΡΩΤΟΝ ΟΤΙ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΣΤΕΙΑΣ ΔΕΝ ΞΕΚΙΝΑ ΤΟ 1870 ΑΛΛΑ ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ, ΜΕ ΕΞΑΡΣΗ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1850-1860. Η ΑΛΛΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
    ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΛΗΣΤΩΝ. ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΤΑΒΕΛΗ,ΚΑΘΩΣ ΤΟ 1856 ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ. ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΟΥ "' ΜΑΥΡΟΥ ΛΗΣΤΑΡΧΟΥ'" ΘΩΜΑ ΓΚΑΝΤΑΡΑ
    [ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΓΕΝΕΙΑ],ΕΧΟΝΤΑΣ ΔΙΠΛΑ ΤΟΥ ΤΟΝ ΛΗΣΤΗ ΠΛΑΤΑΝΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΚΡΑ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΡΑΒΗΞΕ ΤΟ 1923 ΣΤΑ ΧΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΙΕΡΙΑΣ Ο ΕΞΑΙΡΕΤΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΑΝΘΟΣ.
    ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΣΑΣ
    ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΘ. ΛΑΓΟΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ευχαριστούμε το φίλο Γιάννη για τα καλά του λόγια και τις παρατηρήσεις του. Το κείμενο όντως είναι του Στάθη Πιπέρα το οποίο όπως μας είπε το έχει εξελίξει -διορθώσει και ελπίζουμε να έχει αυτές τις αλλαγές.
    ΛΙΣ ΠΟΛΥΔΡΟΣΟΥ

    ΑπάντησηΔιαγραφή