Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Tα επαγγέλματα των Σουβαλιωτών μέσα από φωτογραφικό υλικό

Περιέχεται υλικό από τις εκθέσεις φωτογραφίας που πραγματοποιήθηκαν στον αύλιο χώρο της Εκκλησίας του χωριού μας, κάθε Αύγουστο, τα έτη 2010,2011 και 2012.


Ο εμπλουτισμός των φωτογραφιών θα γίνεται σταδιακά. (τελευταία ενημέρωση Σάββατο 22/2/2014 με 5 νέες φωτογραφίες.Είναι οι τελευταίες στη σειρά.)









































10 σχόλια:

  1. ΓΑΝΩΤΗΣ Ή ΓΑΝΩΤΖΗΣ Ή ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ

    Γανωτής ή γανωτζής ή γανωματής είναι ο τεχνίτης που επικαλύπτει τα χάλκινα σκεύη με κασσίτερο και το επάγγελμα αυτό ανήκει σ’ αυτά που απαιτούν χειρωνακτική εργασία. Το επάγγελμα του γανωτή είναι από τα πιο παλιά που υπάρχουν. Λένε ότι καθιερώθηκε στην εποχή του Βυζαντίου και ήταν χρήσιμη η δουλειά τους, γιατί έσωζαν τους ανθρώπους από το θάνατο που προκαλούσαν τα αγάνωτα χάλκινα σκεύη. Τα παλιά χρόνια, τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για τις καθημερινές τους δουλειές και ιδιαίτερα στη μαγειρική ήταν χάλκινα [μπακιρένια]. Αυτά με τον καιρό και με τη μεγάλη χρήση οξειδώνονταν και γινόταν επικίνδυνα για δηλητηριάσεις. Έπρεπε λοιπόν να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους για προστασία με ένα ειδικό μέταλλο, το καλάι (κασσίτερος). Ο γανωματής αφού καθάριζε καλά τα σκεύη, άλειφε το εσωτερικό τους με σπίρτο (υδροχλωρικό οξύ ) και το έτριβε με τριμμένο κεραμίδι ή άμμο. Ύστερα ζέσταινε καλά το χάλκινο σκεύος στη και έριχνε μέσα το χλωριούχο αμμώνιο για να στρώσει καλύτερα το καλάι. Στη συνέχεια, το σκούπιζε καλά και μετά άπλωνε το λιωμένο καλάι στην επιφάνεια του σκεύους με τη βοήθεια ενός χοντρού βαμβακερού υφάσματος. Στο τέλος το σκούπιζε με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει.

    Τα τελευταία χρόνια το επάγγελμα του γανωτή τείνει να εξαφανιστεί αφού τα μαγειρικά σκεύη είναι πλέον ανοξείδωτα και δεν χρειάζονται γάνωμα (επικασσιτέρωση).





    ΠΕΤΑΛΩΤΗΣ - ΑΛΜΠΑΝΤΗΣ

    Αλμπάντης ή πεταλωτής ήταν ο τεχνίτης που καλίκωνε (πετάλωνε) τα μπεγίρια (άλογα) τα μουλάρια και τους γαϊδάρους.

    Το επάγγελμα εξασκούνταν κυρίως στα κεφαλοχώρια, όπου οι ιδιοκτήτες έφερναν από τα γύρω χωριά τα ζώα τους για πετάλωμα. Το καλίκωμα (πετάλωμα), που έκανε ο αλμπάντης ήτανε δυο ειδών: το καινούριο πετάλωμα και το καγιάρι.

    Το καινούριο πετάλωμα γινόταν όταν τα πέταλα του ζώου είχαν φαγωθεί με τη χρήση. Στην περίπτωση αυτή ο αλμπάντης έδενε με το χαλιναρόσκοινο το ζώο σε ειδική δέστρα και έπαιρνε με τη σειρά το ένα μετά το άλλο τα πόδια του ζώου και αφού προσάρμοζε το καθένα πάνω στο γόνατο του με μια κυκλική δερμάτινη λουρίδα, αφαιρούσε με τη ντανάλια το φθαρμένο πέταλο. Κατόπιν έκοβε με το ειδικό δράπανο-νυχοκόφτη το νύχι, του ζώου, που είχε αναπτυχθεί κι ύστερα εφάρμοζε στο κομμένο νύχι το καινούριο πέταλο και το κάρφωνε με τα ειδικά πεταλόκαρφα, με το χοντρό κεφάλι, με τέτοιο τρόπο, ώστε η αιχμή του καρφιού να βγαίνει από το πλάι μέσα του νυχιού χωρίς να πειράξει την από μέσα ζωντανή σάρκα του ποδιού του ζώου. Μετά το κάρφωμα του καινούριου πετάλου τοποθετούνταν το πόδι του ζώου πάνω στο ξύλινο στρογγυλό κουτσούρι και κόβονταν σύρριζα οι εξέχουσες αιχμές των πεταλόκαρφων. Ύστερα με ειδική ράσπα έξυνε το νύχι στο κάτω μέρος μέχρις ότου νύχι και πέταλο έρθουν στην ίδια επιφάνεια.

    Τα καινούρια πέταλα, που χρησιμοποιούνταν στα μουλάρια και στα μικρόσωμα άλογα, ήσαν ολόγεμα, γιατί στα μεγαλόσωμα άλογα χρησιμοποιούνταν πέταλα, που κάλυβαν μόνο γύρω - γύρω το άκρο του πέλματος με κενό το μέσο και με δυο κάθετες εξοχές στα άκρα, για να προφυλάσσουν το άλογο από το γλύστριμα.

    Το καγιάρι είναι όμοιο με το καινούριο πετάλωμα με μόνη τη διαφορά ότι στο καγιάρι χρησιμοποιούνταν τα ίδια πέταλα, που φορούσε το ζώο, επειδή δεν παρουσίαζαν μεγάλη φθορά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΣΙΔΕΡΑΔΕΣ

    Οι σιδεράδες είναι οι τεχνίτες που κατασκεύαζαν στο αμόνι σιδερένια εργαλεία, όπως αξίνες (κασμάδες), τσάπες, τσεκούρια, δρεπάνια, σφυριά, βαριές, αλλά και διάφορα σιδερένια εξαρτήματα όπως καρφιά, μάσιες, μεντεσέδες.

    Την τέχνη του σιδερά που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία, αλλά και οργανωμένο εργαστήριο, την μάθαιναν οι νέοι μέσα από την οικογενειακή παράδοση ή τη μαθητεία.

    Σήμερα οι νέοι σιδεράδες, εργάζονται με πιο τυποποιημένες κατασκευές, η δουλειά τ
    Είχαν ένα μεγάλο φούρνο όπου φυσούσαν με μια φυσούνα(φυσερό)ώστε να κρατάνε τη φωτιά αναμμένη και σε ψηλή θερμοκρασία. Σ΄ αυτή τη φωτιά ζέσταιναν τα σίδερα για να τα κάνουν πιο εύπλαστα και στη συνέχεια τα έπιαναν με μια μεγάλη τανάλια και τα έβαζαν πάνω στο αμόνι.

    Το αμόνι ήταν μια μεγάλη σιδερένια βάση πάνω στην οποία έβαζαν τα σίδερα που θα επεξεργάζονταν. Εκεί χτυπούσαν το κοκκινισμένο από τη φωτιά σίδερο μ΄ ένα μεγάλο σφυρί και του έδιναν τη μορφή που ήθελαν. Η δουλειά αυτή ήταν πάρα πολύ σκληρή. Απαιτούσε δύναμη από το σιδερά γιατί δούλευε με τα σίδερα που ήταν βαριά κι ακόμα ήταν συνέχεια δίπλα στη φωτιά και ζεσταινόταν και γέμιζε και με μουντζούρες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ευχαριστούμε το φίλο-επισκέπτη για τα διευκρινιστικά και πολύ κατατοπιστικά σχόλια που έχει κάνει για τα επαγγέλματα.Η σελίδα μας θα είναι πάντα ανοιχτή σε όλους όσους επιθυμούν να μας συνδράμουν στην προσπάθεια που κάνει ο σύλλογος να αναδείξει τον τόπο μας και την ιστορία του.
    Λαογραφικός Σύλλογος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΠΕΤΡΑΔΕΣ-ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΜΑΣΤΟΡΟΙ -ΜΕΡΟΣ 1ο4 Ιανουαρίου 2014 - 10:17 π.μ.

    Ηπειρώτες Μάστοροι

    Το σύνολο της ελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής φτιάχτηκε από τους λαϊκούς, ανώνυμους αρχιτέκτονες. Αυτοί οι παραδοσιακοί τεχνίτες, οργανωμένοι σε ομάδες, ταξίδευαν από περιοχή σε περιοχή και έχτιζαν τα κτίρια, τις γέφυρες, τις βρύσες, τους μύλους και κάθε άλλη κατασκευή των παραδοσιακών οικισμών. Το γεγονός ότι οι ίδιοι άνθρωποι δημιουργούσαν, σε όλο τον ελληνικό χώρο, εξηγεί, εν μέρει, τα κοινά χαρακτηριστικά τα οποία εμφανίζονται στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική διαφορετικών περιοχών.

    Η Ήπειρος είναι κοιτίδα των μαστόρων, οι οποίοι προέρχονται από τρεις περιοχές: τα χωριά της Κόνιτσας, τα Τζουμέρκα και τους Χουλιαράδες. Τα παλιότερα μαστοροχώρια είναι η Πυρσόγιαννη και η Βούρμπιανη (Κόνιτσα). Δεν είναι τυχαίο ότι πατρίδα των μαστόρων αποτελούν τα πιο ορεινά και βραχώδη χωριά, τα οποία δεν έχουν εδάφη κατάλληλα για καλλιέργειες, με αποτέλεσμα οι κάτοικοί τους να στρέφονται στην οικοδομική, κυρίως τέχνη (αλλά και τη ζωγραφική και την ξυλογλυπτική), προκειμένου να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα και να επιβιώσουν. Αντίθετα, χωριά όπως τα βλαχοχώρια - η Κλεισούρα, η Σαμαρίνα, το Νυμφαίο, το Μέτσοβο, κ.α. χτισμένα κοντά σε κατάλληλα επιλεγμένα βοσκοτόπια (για τις ανάγκες της κτηνοτροφίας) δεν έδωσαν μαστόρους - η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας εξασφάλιζε την επιβίωση και επομένως δεν γεννούσε την ανάγκη για την ανάπτυξη της οικοδομικής τέχνης.

    Η ζωή στα μαστοροχώρια της Κόνιτσας ήταν γενικά δύσκολη και φτωχική - χαμηλό οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο, σκληρή δουλειά αντρών και γυναικών, λίγοι πλούσιοι κάτοικοι, αλληλεγγύη των οικογενειών των μαστόρων. Το επάγγελμα του χτίστη δεν ήταν κερδοφόρο, με εξαίρεση τον πελεκάνο ίσως (πελεκητής της πέτρας) και τον πρωτομάστορα - ο μόνος που μπορούσε να αγοράσει το σιτάρι της χρονιάς και ο πιο μορφωμένος από τους μαστόρους. Οι μαστόροι ήταν τελείως αμόρφωτοι ή είχαν τελειώσει το δημοτικό. Μετά ξεκινούσαν τα ταξίδια. Η αμοιβή των μαστόρων, παραδοσιακά, γινόταν με τη μοιρασιά των κερδών με υπολογισμό τη συμβολή του κάθε ένα σε εργασία, εργαλεία και ζώα. Μεταγενέστερα, η αμοιβή γινόταν με μεροκάματο (Νιτσιάκος 1994).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ΠΕΤΡΑΔΕΣ-ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΜΑΣΤΟΡΟΙ-ΜΕΡΟΣ2ο4 Ιανουαρίου 2014 - 10:23 π.μ.

    Ηπειρώτες Μάστοροι

    Η οργάνωση των μαστόρων
    Οι λαϊκοί οικοδόμοι ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες (συνάφια ή ισνάφια) - μπουλούκια (τούρκικα: Boluk = συντροφιά, λόχος). Οι ονομασίες των συντεχνιών των μαστόρων - χτιστάδων διαφέρουν από τόπο σε τόπο. Στην Ήπειρο ονομάζονται Κουδαραίοι. Οι χτίστες των πέτρινων γεφυριών ειδικά, ονομάζονται κιουπρουλήδες (τούρκικα: Kopru = γεφύρι).
    Η μαθητεία στην οικοδομική τέχνη ξεκινούσε από την ηλικία των 15ετών περίπου. Περνούσε από γενιά σε γενιά, στον τόπο της δουλειάς, στα εργαστήρια και στα γιαπιά, υπό την επίβλεψη του αρχιτεχνίτη (πρωτομάστορα). Ταυτόχρονα με τη μαθητεία στο επάγγελμα γινόταν και η πνευματική αγωγή του μαθητευόμενου οικοδόμου. Μάθαινε την τοπική παράδοση και το πως να κρατά και να προσαρμόζει στα έργα του τα ζωντανά στοιχεία της παράδοσης, συμβάλλοντας έτσι στην εξέλιξη και τη συνέχισή της. Μάθαινε επίσης να κατανοεί την πολυπλοκότητα των φυσικών στοιχείων και τις σχέσεις ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον και το έργο του. Αυτό του επέτρεπε να κατανοεί καλύτερα τις δυνατότητες και τους περιορισμούς των δομικών υλικών (τα οποία έπαιρνε από το άμεσο φυσικό περιβάλλον). Συχνά ερχόταν σε επαφή με άλλους πολιτισμούς, εξαιτίας των ταξιδιών, γεγονός που εμπλούτιζε τις γνώσεις του και τον έφερνε σε επαφή με ομότεχνούς του με τους οποίους είχε την ευκαιρία να ανταλλάξει απόψεις.

    Ιεραρχία και ειδικότητες τεχνιτών
    Επικεφαλής του μπουλουκιού ήταν ο πρωτομάστορας. Αυτός είχε την ευθύνη όλης της ομάδας, της πληρωμής των μισθών, του κλεισίματος των συμφωνιών, των συμβολαίων, της εύρεσης δουλειών, κ.λ.π. Ο πρωτομάστορας ήταν εργολάβος και εργοδότης και συνέταιρος. Ήταν συνήθως και άριστος πελεκάνος - τεχνίτης της πέτρας. Οι πελεκάνοι ήξεραν τις ιδιοτροπίες του υλικού και πως να το χειριστούν, φτιάχνοντας αριστουργήματα. Ο πρωτομάστορας έδινε σε γενικές γραμμές το σχέδιο του σπιτιού σε συνεργασία με τις επιθυμίες του ιδιοκτήτη. Κυρίως όμως, έπρεπε να είναι καλός στο κουμάντο. Ακολουθούσαν οι τεχνίτες και οι κάλφες (τα τσιράκια). Την ιεραρχία μπορούσε κάποιος να την διαβεί σταδιακά. Η προαγωγή από τη μία βαθμίδα στην επόμενη γινόταν πάντα υπό την αυστηρή επίβλεψη του πρωτομάστορα. Ένα μπουλούκι περιελάμβανε διάφορες ειδικότητες: Πελεκάνος, Χτίστης, Νταμαρτζής ή Μαντεμτζής, Ταβανατζής ή ταβαντζής (μαραγκός), Ασβεστάς, Σκαλιστής, Μπογιατζής, Τσιράκι (Λασποπαίδι). Οι μαραγκοί ήταν αυτοί οι οποίοι έφτιαχναν οποιαδήποτε ξύλινη κατασκευή του κτιρίου (πατώματα, ταβάνια, παράθυρα, πόρτες, έπιπλα, κ.λ.π.). Αν δεν υπήρχαν σκαλιστάδες έκαναν και τα σκαλίσματα. Οι σκαλιστάδες (ταλιαδόροι) έφτιαχναν ξυλόγλυπτα - ταβάνια και μεσάντρες κυρίως στα σπίτια, καθώς και τέμπλα εκκλησιών. Επιπλέον, υπήρχαν και οι ζωγράφοι, οι οποίοι ερχόταν όταν ολοκληρωνόταν η κατασκευή, για να διακοσμήσουν το εσωτερικό του σπιτιού (ξύλινες επιφάνειες, ταβάνια, ντουλάπια, τοίχους, κ.λ.π.). Σημαντικό στοιχείο του μπουλουκιού ήταν και τα ζώα (μουλάρια), τα οποία χρησίμευαν για τη μεταφορά των υλικών (πέτρες από το νταμάρι) και συνόδευαν την ομάδα. Επιπλέον, για τον εξοπλισμό και την κατασκευή των μύλων εργάζονταν ειδικοί μαστόροι, οι σκεπαρνάδες, οι οποίοι προέρχονταν από το Μέτσοβο ή τη Βελτσίστα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΠΕΤΡΑΔΕΣ-ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΜΑΣΤΟΡΟΙ-ΜΕΡΟΣ 3ο4 Ιανουαρίου 2014 - 10:27 π.μ.

    Ο μάστορας δεν μπορούσε να φύγει από το μπουλούκι. Δεν τον προσλάμβανε κανένα άλλο μπουλούκι, σύμφωνα με κρυφή συμφωνία των πρωτομαστόρων. Πολλές φορές υπήρχε κόντρα ανάμεσα στον πρωτομάστορα και τους μαστόρους, με αρνητική επίπτωση στην ποιότητα της δουλειάς. Όμως, πολλοί πρωτομάστορες δούλευαν μαζί με τους μαστόρους και είχαν καλές και δίκαιες σχέσεις μαζί τους. Γινόταν η κατανομή της δουλειάς με τη σύμφωνη γνώμη όλων και το χειμώνα γλεντούσαν όλοι μαζί. Παρά το ότι οι μαστόροι δεν κέρδιζαν ικανοποιητικά χρήματα και πολλοί ήθελαν να φύγουν από τη μαστορική, δεν το έκαναν. Ίσως λόγω της χαμηλής μόρφωσης ή από άλλη αιτία. Αυτοί που αμείβονταν καλύτερα ήταν οι σκαλιστάδες και οι ταλιαδόροι, γιατί δούλευαν σε πλουσιόσπιτα και δεν έμεναν χωρίς δουλειά. Οι ζωγράφοι επίσης αμείβονταν καλά αλλά είχαν λιγότερες δουλειές από τους ταλιαδόρους. Από τους μαστόρους το ψηλότερο μεροκάματο το είχαν οι πελεκάνοι. Φαίνεται ότι η ικανότητα στο χτίσιμο ήταν ως ένα βαθμό έμφυτη - μικρά παιδιά έχτιζαν καλύβες και εικονοστάσια. Οι μαστόροι δούλευαν και σε μεγάλη ηλικία, ακόμα και στα 80 τους χρόνια. Τα τεχνικά μέσα και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ήταν πολύ απλά, γεγονός που τονίζει ακόμη περισσότερο την αξιοσύνη τους.

    Ο θεσμός των συντεχνιών έχει πολύ παλιές ρίζες - και συνεχίστηκε και κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Ο θεσμός εξυπηρετούσε τους Τούρκους, οι οποίοι είχαν να κάνουν με έναν υπεύθυνο για την είσπραξη φόρων ή την γρήγορη δημιουργία τεχνικών έργων (σπίτια, δρόμοι, γέφυρες, κ.λ.π.). Στις διάφορες πόλεις και τα χωριά υπήρχαν τα βιοτεχνικά συνάφια, τα οποία ενίοτε συνενώνονταν σε μεγαλύτερα (σε ευρύτερες περιοχές) έτσι ώστε να εκμεταλλεύονται πιο αποδοτικά και να μονοπωλούν τα έργα. Το ισνάφι των μαστόρων - χτιστάδων στα Γιάννενα ήταν το πιο πολυάριθμο της Ηπείρου. Αποτελούνταν από 450 περίπου μαστόρους (Χατζημιχάλη 1953).

    Η συνθηματική γλώσσα των μαστόρων
    Ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο των μαστόρων ήταν η μυστική, συνθηματική γλώσσα την οποία έφτιαχναν, χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους και μετέδιδαν από γενιά σε γενιά. Η γενεσιουργός αιτία αυτού του τρόπου επικοινωνίας ανάγεται στην φτώχεια και την ανάγκη των ανθρώπων αυτών να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για την επιβίωση της οικογένειας μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και κάτω από δύσκολες συνθήκες. Η εργασία τους αποτελούσε το μοναδικό μέσο συντήρησης των οικογενειών τους - γυναίκες, παιδιά, γονείς, γέροι, άρρωστοι, συνεπώς αυτή έπρεπε να προστατευθεί, να παραμείνει δηλαδή γνωστή η τέχνη ανάμεσα στην ομάδα, στην συντεχνία. Να μη μαθευτούν τα μυστικά σε πολλούς και διεκδικήσουν περισσότεροι τη δουλειά. Η μυστική επαγγελματική γλώσσα δικαιολογεί και την εξειδίκευση ενός ολόκληρου χωριού στο επάγγελμα του μάστορα - χτίστη (έτσι μόνο μπορούσε να παραμένει μυστική η γλώσσα).
    Η ανάγκη λοιπόν των μαστόρων να επικοινωνούν μυστικά μεταξύ τους, δίχως να επιτρέπουν σε κάποιον έξω από το συνάφι να διεισδύσει στα μυστικά της δουλειάς τους οδήγησε στη δημιουργία συντεχνιακών διαλέκτων - τα κουδαρίτικα ή κουδαραίϊκα.

    Ιστοσελίδα με γλωσσάριο των κουδαρίτικων των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου: http://www.remen.gr/glosses/gkoudaritika.html

    .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. ΠΕΤΡΑΔΕΣ-ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΜΑΣΤΟΡΟΙ-ΜΕΡΟΣ 4ο4 Ιανουαρίου 2014 - 10:31 π.μ.


    Έθιμα των μαστόρων
    Όταν οι χτίστες τελείωναν το σκάψιμο των θεμελίων και τοποθετούσαν το πρώτο αγκωνάρι σφάζανε ένα κουρμπάνι (ζώο) για να γίνει το αντέτι (για το καλό). Συχνότερα έσφαζαν έναν κόκορα. Καμιά φορά έσφαζαν τέσσερις κόκορες, στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, για να στεριώσει καλύτερα. Από το σφαγμένο ζώο δεν έτρωγαν ποτέ οι νοικοκύρηδες του σπιτιού (το είχαν για κακό) - μόνο το συνάφι.
    Συχνά έριχναν και νομίσματα, χάλκινα ή ασημένια, πάνω στα θεμέλια για να βροντίσουν τα καλορίζικα. Τα νομίσματα τα έπαιρνε ο πρωτομάστορας (αφού άφηνε μερικά στα θεμέλια).
    Όσο καιρό διαρκούσε η θεμελίωση του σπιτιού, οι νοικοκυραίοι δεν κοιμόταν από φόβο μήπως εχθροί τους ρίξουν μάγια στα θεμέλια. Φρουρούσαν το σπίτι νύχτα - μέρα.
    Οι γυναίκες έκοβαν κλαδιά κρανιάς και τα κρεμούσαν πάνω από την κύρια είσοδο του σπιτιού για να είναι γεροί σαν την κρανιά οι άντρες στο ταξίδι και να γυρίσουν γεροί.
    Τα μπαξίσια ή το ρίξιμο των μαντηλιών ή τα μανδηλώματα, ήταν έθιμο με το οποίο μάζευαν δώρα από όλο το χωριό, όταν, αφού τελείωναν τη στέγη, ύψωναν δύο πρόχειρους σταυρούς στολισμένους με λουλούδια και τέντωναν σχοινί ανάμεσά τους. Στο σχοινί κρεμούσαν τα δώρα, συνήθως μαντήλια ή ρούχα.
    Με το τελείωμα του σπιτιού το έθιμο επέβαλε το ζιαφέτι - πλούσιο γεύμα με σφαχτό.

    Τα ταξίδια των μαστόρων (προορισμοί, διάρκεια, τελετουργικό, αναχώρηση - επιστροφή)
    Οι μαστόροι ταξίδευαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και του εξωτερικού. Το που ταξίδευαν είναι σημαντικό γιατί εξηγεί τις επιρροές που δέχονταν. Διαπιστώνεται ότι το τοπικό περιβάλλον επιδρά στον τρόπο χτισίματος, γεγονός που σημαίνει ότι μάλλον δεν υπήρχαν "σχολές" αλλά προσαρμογή των μαστόρων στις τοπικές συνθήκες. Οι ομάδες των μαστόρων - χτιστάδων ξεκινούσαν το ταξίδι τους αμέσως μετά την Αποκριά. Η δουλειά είχε από πριν συμφωνηθεί από τον πρωτομάστορα. Η αποδημία διαρκούσε μέχρι τα μέσα του Νοέμβρη περίπου, οπότε η ομάδα επέστρεφε στο χωριό. Η ομάδα ξεκινούσε πριν τα ξημερώματα. Όλοι οι συγγενείς ακολουθούσαν μέχρι την άκρη του δρόμου για να τους ξεπροβοδίσουν. Όταν η ομάδα χάνονταν, η οικογένεια επέστρεφε στο χωριό. Στο γυρισμό, οι γυναίκες άφηναν να τρέχει νερό στο δρόμο, για να αφήσει χνάρια - σύμφωνα με το έθιμο - ώστε να βρει ο αφέντης το δρόμο να γυρίσει πίσω. Η αναχώρηση του μπουλουκιού ήταν συναισθηματικά φορτισμένο γεγονός, ενώ η επιστροφή του αντίθετα, εξαιρετικά χαρούμενο. Η ημερομηνία του γυρισμού ήταν γνωστή. Όλο το χωριό περιμένει να υποδεχτεί την ομάδα, με χαρές, τραγούδια, γλέντι και φαγητό. Οι μαστόροι επιστρέφουν με δώρα για την οικογένεια - φουστάνι για τη γυναίκα, τσαρούχια για το γιο, μαντήλι για την κόρη. Μαζί φέρνουν και τον γκόρο (μεγάλο βόδι για το κρέας του χειμώνα).
    Οι διαδρομές των μαστόρων έχουν σημασία γιατί φανερώνουν τον τρόπο με τον οποίο εξαπλώνονται οι τοπικές τεχνικές χτισίματος, η τοπική μορφολογία των κτισμάτων, οι επιρροές οι οποίες μεταφέρονται από ξένες περιοχές. Συνήθως όμως οι μαστόροι έχτιζαν σύμφωνα με τις συνήθειες του τόπου τους, τα υλικά που έβρισκαν στον τόπο του έργου και τις επιθυμίες του ιδιοκτήτη.

    Στην Πυρσόγιαννη λειτουργεί το Εθνολογικό Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων. Στο μουσείο υπάρχει σπάνιο υλικό από την καθημερινή ζωή των μαστόρων, τις συνθήκες της δουλειάς τους και τα ταξίδια τους. Υπάρχουν πάνω από 2.000 αποτυπώσεις, σχέδια και φωτογραφίες των κατασκευών από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Περιλαμβάνει επίσης κιτάπια και συμφωνητικά δουλειάς, τεφτέρια λογαριασμών για τα μεροκάματα, ομόλογα και συναλλαγματικές, διαβατήρια, προσωπικά ημερολόγια και αλληλογραφία με την οικογένεια, καθώς και παλιά εργαλεία, σχέδια εργαλείων και σχέδια χρήσης τους με σημειώσεις και παρατηρήσεις παλιών μαστόρων. Επίσης χαρτογραφήσεις δρομολογίων των μπουλουκιών με βάση τις μαρτυρίες παλιών μαστόρων και κυρατζήδων (μεταφορέων).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. ΝΕΡΟΤΡΙΒΗ ΚΑΙ ΜΑΝΤΑΜΤΖΗΣ4 Ιανουαρίου 2014 - 10:50 π.μ.


    ΝΕΡΟΤΡΙΒΕΣ



    Η νεροτριβή η ντριτσέλα είναι ένας ξύλινος κάδος σε σχήμα κώνου συναρμολογημένος από πλανισμένες και σφηνωμένες μεταξύ τους σανίδες που είναι περιφερειακά δεμένες με σιδερένια τσέρκια. Επειδή η κατασκευή της μοιάζει με την τεχνική της βαρελοποιίας γι αυτό συνήθως οι νεροτριβές κατασκευάζονται από βαρελάδες και όχι από ξυλουργούς. Για να μην δημιουργηθεί κίνδυνος ανοίγματος των τοιχωμάτων του κάδου από την μεγάλη πίεση του νερού τοποθετούσαν το μεγαλύτερο μέρος του χωμένο βαθιά μέσα στο έδαφος. Το επάνω πλατύ άνοιγμα του κάδου έχει συνήθως διάμετρο περίπου 2 μ. και το κάτω στενό γύρω στα 0,40 εκ. Το βάθος του κάδου συνήθως ξεπερνά τα 2,20 μ. και έχει χωρητικότητα για 5 κ.μ. νερού και 75 κιλ. υφαντών.

    Η πτώση του νερού από το νεροβάγενο μέσα στον κάδο προκαλεί την δημιουργία στροβίλων που συμπαρασύρουν τα ρούχα και η δημιουργούμενη τριβή των ρούχων με το νερό δίνει μία άλλη όψη στα υφαντά και τα χοντρά ρούχα γιατί χνουδιάζουν και γίνονται αφράτα και μαλακά. Παλαιότερα που όλες οι νοικοκυρές στα χωριά ύφαιναν στον αργαλειό οι νεροτριβές συνδέονταν στενά με την καθημερινή ζωή και χρησιμοποιούνταν για να πλένουν τα μάλλινα σκεπάσματα τα στρωσίδια τις κουβέρτες τα ρούχα του αργαλειού, και να δίνουν ωραία εμφάνιση στα προικιά της νύφης.

    Οι νεροτριβές είναι εγκαταστημένες υπαίθρια και λειτουργούν χωρίς κανένα μηχανισμό για την ρύθμιση τους, τις συναντάμε μεμονωμένες η συστεγασμένες με νερόμυλους, νεροπρίονα, μαντάνια, και νεροπρίονα.

    Ο σωστός υπολογισμός του χρόνου παραμονής του κάθε υφαντού εντός του κάδου της νεροτριβής εξαρτάται από την τεχνική εμπειρία του νεροτριβιάρη (ντριτσιλιέρη). Εάν τα ρούχα μείνουν λίγο χρόνο στον κάδο πιθανόν τα αποτελέσματα να μην είναι ικανοποιητικά η εάν μείνουν περισσότερο χρόνο υπάρχει περίπτωση να καταστραφούν. Γι αυτό τον λόγο οι νεροτριβιάρηδες βάζουν στον κάδο ρούχα ίδιας κατασκευής και ανθεκτικότητας. Την σημερινή εποχή οι νεροτριβές όπου κατασκευάζονται γίνονται από μπετόν και ο σωλήνας που οδηγεί το νερό στη νεροτριβή είναι πλαστικός . Τις περισσότερες φορές χρησιμοποιείται για καθαρισμό των ρούχων σαν ένα μεγάλο πλυντήριο.


    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. ΜΑΝΤΑΝΙ Η ΜΑΝΤΑΜΙ ΚΑΙ ΜΑΝΤΑΜΤΖΗΣ4 Ιανουαρίου 2014 - 10:52 π.μ.


    ΜΑΝΤΑΝΙΑ



    Πολλές φορές δίπλα σε μύλους και κάποιες φορές και μόνα τους ακούγονταν από πολύ μακριά με τον ξερό και δυνατό κρότο που έκαναν μέρα νύχτα. Τοποθετημένα σε χώρους με κλίση για να δημιουργηθεί υδρόπτωση, ήταν τα μαντάνια. Δυο ή τέσσερα γερά ξύλα (κοπανάρια) για να αντέχουν στην υγρασία και τα χτυπήματα, χτυπούσαν σαν σφυριά τα υφάσματα και τους έδιναν πυκνότητα. Το μαντάνι ή μπαντάνι, είναι ένα μηχάνημα από ξύλο, διαστάσεων 4Χ3Χ3 μ. περίπου, ειδικό για την επεξεργασία ενός είδους μάλλινου υφαντού, του δίμιτου. Το ύφασμα αυτό είναι κατάλληλο για ενδύματα κυρίως ορεινών χωριών. Η επεξεργασία συνίσταται στο φούσκωμα και «πήξιμο» των νημάτων του υφαντού, που προκαλείται από τα αλλεπάλληλα κτυπήματα του υφαντού από ξύλινα σφυριά, τα «κοπανάρια».

    Πρόκειται για μια κατασκευή, η οποία κινείται με υδατόπτωση και επιτρέπει μέσω εκκεντροφόρου άξονα τη μετατροπή της περιστροφικής κίνησης της κατακόρυφης φτερωτής, ρωμαϊκού τύπου, σε παλινδρομικές κινήσεις των σφυριών. Το σημείο και η γωνία πρόσπτωσης του νερού εξαρτώνται από την ποσότητά του. Τα σφυριά, δύο ή τέσσερα, χτυπούν το υφαντό το οποίο συγχρόνως βρέχεται από το νερό, που πέφτει λίγο λίγο επάνω του. Με την κρούση παράγεται ήχος, που είναι χαρακτηριστικός στις περιοχές των μαντανιών, και συγχρόνως προκαλείται ελαφρά κίνηση του υφαντού. Από 12 έως 24 ώρες κράταγε το χτύπημα του κάθε ρούχου για να έχει το αποτέλεσμα που ήθελαν. Οι μικρές αυτές κινήσεις και η τριβή των νημάτων μαζί με τη χαμηλή θερμότητα που αναπτύσσεται έχει σαν συνέπεια το υφαντό να γίνεται πιο κρουστό, πιο γερό, σφιχτοδεμένο στην υφή και συγχρόνως απαλό στην αφή και αδιάβροχο, κατάλληλο για τις πατατούκες και τις κάπες των τσοπάνηδων. Επίσης για τα βαριά κλινοσκεπάσματα όπως ήταν οι τσέργες και οι βελέτζες.
    Για την κατασκευή του μαντανιού απαιτείται ολοήμερη εργασία 2 τουλάχιστον μηνών. Κατάλληλα ξύλα ήταν αυτά που άντεχαν πολύ στην υγρασία και στα κτυπήματα. Τα ρομπαλίσια ξύλα ήταν τα πιο γερά. Ο χώρος για την εγκατάσταση του μαντανιού θεωρούνταν κατάλληλος αν είχε την ανάλογη κλίση για να δημιουργηθεί υδατόπτωση. Η δημιουργία μιας στέρνας στην κορυφή της πλαγιάς εξασφάλιζε επαρκή ποσότητα νερού και διευκόλυνε τη σύγχρονη λειτουργία 2 – 3 ή και περισσοτέρων εργαστηρίων. Όλη η τέχνη, όπως έλεγαν οι ίδιοι οι τεχνίτες, ήταν στην κατάλληλη κρέμαση και στην πίεση του νερού. Μετά την κατασκευή του μαντανιού κτιζόταν το οικοδόμημα που το στέγαζε, άλλοτε μόνο του και άλλοτε με τις νεροτριβές, ή και το νερόμυλο του ίδιου ιδιοκτήτη. Ήταν συνήθως απλή κατασκευή, διαμορφωμένη έτσι, ώστε να εξυπηρετεί τον ντριστελιέρη με πάγκο για το μέτρημα των υφαντών και την εναπόθεσή τους ως την παραλαβή τους από τον πελάτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. ΡΟΚΑ-ΣΦΟΝΤΥΛΙ -ΑΔΡΑΧΤΙ -ΤΥΛΙΓΑΔΙ-ΡΟΔΑΝΙ4 Ιανουαρίου 2014 - 11:00 π.μ.

    Όλα ξεκινάνε με την κούρα των γιδοπροβάτων . Τότε απομακρύνονται οι τρίχες με μεγάλα κτένια . Το μαλλί το έπλεναν καλά για να φύγουν οι βρομιές του. Έβαζαν σε μια σκάφη χλιαρό νερό και έριχναν μέσα το μαλλί. Το νερό δεν έπρεπε να καίει γιατί το μαλλί μάζευε και δεν μπορούσε να ξαστεί. Το έπλεναν δυο και τρεις φορές. Το νερό από την πρώτη πλύση λεγόταν ρύπος κι αυτό δεν το πετούσαν αλλά το κρατούσαν για να το χρησιμοποιήσουν στη βαφή του μαλλιού με μπλε χρώμα. Στη συνέχεια το έβαζαν μέσα σ’ ένα καλάθι ή πάνω σε φράχτες για να φεύγουν τα νερά και το έβαζαν σε ένα σκιερό μέρος για να στεγνώσει. Δεν έπρεπε να το βάλουν στον ήλιο για να μην κιτρινίσει. Όταν στέγνωνε άρχιζαν το ξάσιμο. Αυτό γινόταν με τα χέρια. Άνοιγαν σιγά σιγά το μαλλί για να γίνει απαλό και συγχρόνως το καθάριζαν και από κάποια σκουπιδάκια που είχε. Έπειτα το πήγαιναν στη λανάρα.

    Η λανάρα ήταν δυο σανίδια με πυκνά σύρματα ή καρφιά καρφωμένα στην επιφάνειά τους. Ας πούμε σα δυο μεγάλες συρμάτινες βούρτσες. Το ένα απ’ αυτά ήταν σταθερό και το τοποθετούσαν με τα σύρματα προς τα πάνω. Το άλλο είχε μια λαβή απ’ όπου το κρατούσαν οι γυναίκες και το χρησιμοποιούσαν με τα σύρματα προς τα κάτω.
    Στο σταθερό τμήμα της λανάρας έβαζαν μικρές τούφες από τα μαλλί που είχαν ξάσει και με το άλλο το τραβούσαν έτσι όπως χτενίζουμε τα μαλλιά μέχρις ότου οι ίνες του μαλλιού να γίνουν παράλληλες. Τότε το έβγαζαν μικρές μικρές τούφες. Το μαλλί αυτό ήταν έτοιμο για γνέσιμο. Το γνέσιμο γινόταν με τη ρόκα και το αδράχτι.

    Στη ρόκα που ήταν μια διχαλωτή βέργα έβαζαν τις τούφες από το μαλλί.

    Το αδράχτι ήταν ένα κυλινδρικό ξύλο που στη μέση ήταν πιο χοντρό και στις άκρες ήταν στην κάτω μυτερό για να μπορεί να γυρίζει και στην πάνω είχε ένα αυλάκι σα βίδα για να μπορεί να κατευθύνει την κλωστή να τυλίγεται. Στο κάτω μέρος το αδράχτι είχε το “σφιντίλι” Αυτό ήταν ένα στρόγγυλο ξυλάκι με μια τρύπα στη μέση για να περνάει από κει το αδράχτι. Αυτό το έβαζαν για να γυρνάει καλύτερα το αδράχτι. Έβαζαν μια κλωστή και στην άκρη της τύλιγαν λίγο μαλλί. Στη συνέχεια, γύριζαν δυνατά το αδράχτι όπως γυρίζουμε τη σβούρα και έτσι λίγο λίγο το μαλλί περιστρέφονταν και γίνονταν κλωστή.
    Όταν γέμιζε το αδράχτι έπρεπε να βγάλουν την κλωστή για να μπορέσουν να γνέσουν κι άλλο.
    Γι’ αυτό είχαν το τ(υ)λιγάδι. Κι αυτό όπως και η ρόκα ήταν μια διχαλωτή βέργα μόνο που στην άλλη άκρη του είχε μια τρύπα όπου έβαζαν κάθετα ένα μικρό ξυλάκι. Το μαλλί από το αδράχτι το τύλιγαν στο τ(υ)λιγάδι στη διχάλα της κορυφής και στο ξυλάκι της βάσης. Αν δεν είχαν τ(υ)λιγάδι μπορούσαν να το κάνουν και με τα χέρια τους χρησιμοποιώντας τη διχάλα που σχηματίζει ο αντίχειρας και ο δείκτης με τον αγκώνα. Έτσι η κλωστή γινόταν μια κουλούρα. Αυτή θα πήγαινε στην ανέμη και με τη τσιγκρίκα (ροδάνι) θα τυλιγόταν στα μασούρια για να πάει για ύφανση.Η κουλούρα που είχε γίνει η κλωστή στο τ(υ)λιγάδι έπρεπε να τυλιχτεί στα μασούρια. Έμπαινε λοιπόν στην ανέμη που μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από έναν κάθετο
    άξονα και μαζευόταν με την βοήθεια τις τσικρίκας στα μασούρια.
    Η τσικρίκα ήταν μια ρόδα που γύριζε με το χέρι γύρω από ένα άξονα. Έτσι που γύριζε μετέδιδε την κίνηση με ένα σκοινί στο μασούρι κι έτσι τυλιγόταν η κλωστή. Τα μασούρια τώρα ήταν έτοιμα να πάνε για να χρησιμοποιηθούν στον αργαλειό.Τα μασούρια ήταν μικρά κυλινδρικά καλάμια περίπου 15 εκατοστά που ήταν τρύπια κατά μήκος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή